Είναι ιδιαίτερη χαρά μας να σας παρουσιάζουμε τους καρπούς του Master class συγγραφής με τον Κώστα Κρομμύδα, που δεν θα μπορούσαν να είναι άλλοι από όμορφες ιστορίες!

Συγκεκριμένα στο πλαίσιο του μαθήματος οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να αναπτύξουν ελεύθερα μία μικρή ιστορία που να τελειώνει με την αινιγματική φράση: “Κοιτάχτηκαν στα μάτια και εκείνος ακούμπησε το ματωμένο μαχαίρι πάνω στην άμμο”. Στην πορεία, μετά τις συνεδρίες με τον συγγραφέα, οι ιστορίες αυτές εμπλουτίστηκαν και θα μπορείτε να τις βρείτε στην κατηγορία “Λογοτεχνία” του itravelpoetry.com.

Οι εγγραφές στο Master Class συνεχίζονται!

Περισσότερες πληροφορίες εδώ

Παρακάτω η ιστορία της Ελένης Ισπόγλου

Ο Μπάρι και η Λόρντι ήταν παντρεμένοι περίπου είκοσι χρόνια. Σίγουρα όποιος τους συναντούσε, ένιωθε αυτή τη θετική αύρα που εκπέμπουν τα αγαπημένα και ερωτευμένα ζευγάρια. Ήταν και οι δύο παιδιά εύπορων οικογενειών, γύρω στα σαράντα. Είχαν ρουφήξει όλα τα αγαθά τα ζωής, είχαν απολαύσει τον έρωτά τους, ταξίδια, εμπειρίες, υψηλές θέσεις στην εργασία τους, χρήματα. Υπήρχε όμως μία πίκρα σε κάθε νέο ξημέρωμά τους. Ένα ανεκπλήρωτο όνειρο που ρήμαζε τις ψυχές τους, μα το κάλυπταν με ψεύτικα χαμόγελα. Δεν μπορούσαν για χρόνια να κάνουν παιδιά. Οι ειδικοί δεν έβρισκαν την αιτία. Δεν υπήρχαν προβλήματα στη μήτρα, ούτε ανδρική υπογονιμότητα. Όλα οργανικά, ήταν άκρως φυσιολογικά.

Ένα κυριακάτικο πρωί, η Λόρντι και ο Μπάρι πήραν το αμάξι και πήγαν βόλτα στη θάλασσα. Το έκαναν αυτό συχνά. Δίπλα στους ήχους των κυμάτων ξεχνούσαν τον πόνο. Εκείνη τη μέρα όμως, η Λόρντι δεν τον ξέχασε. Όπως περπατούσαν στην άμμο, σήκωσε τα χέρια ψηλά και με σπαρακτικά κλάματα, για πρώτη φορά στη ζωή της, ικέτευσε για θεία βοήθεια. Ο Μπάρι αφέθηκε στο δυνατό συναίσθημα και αγκαλιασμένοι θρηνούσαν το δράμα τους.

Κάποια λεπτά αργότερα, σκούπισαν τα δάκρυά τους και με βλέμμα θολό είδαν μπροστά τους να στέκεται μία αρκετά κοντή, ηλικιωμένη γυναίκα, καλοστολισμένη και γλυκιά. Ταράχθηκαν κάπως, αλλά έμειναν καθηλωμένοι σε εκείνη τη στιγμή, δίχως μία αντίδραση. Η γυναίκα κοίταξε τη Λόρντι κατάματα, της έσφιξε τα χέρια και της είπε: «Με λένε Ζην. Το έμβρυο που ζητάς, υπάρχει μέσα σου, αλλά για να πάρει ζωή πρέπει να πονέσεις και να ματώσεις, ακριβώς όπως ξεκινάει και η ζωή κάθε μάνας με τη γέννα του παιδιού της». Της έβαλε στη χούφτα ένα μικρό δαχτυλίδι. «Πάρε αυτό! Πρέπει να το φορέσεις στο μεσαίο σου δάχτυλο, χωρίς όμως να του αλλάξεις το σχήμα». Είπε αυτό κι εξαφανίστηκε, σίγουρη από το ύφος τους, πως είχε γίνει πιστευτή.

Ξεροκατάπιαν και οι δύο. Ακολούθησαν πολλά λεπτά σιγής μέσα στην ταχυκαρδία τους. Ήξεραν πια τι έπρεπε να γίνει. Ο Μπάρι πετάχτηκε βιαστικά μέχρι το παρκαρισμένο αυτοκίνητο. Άρπαξε τον σουγιά που πάντα έχει στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου. Έτρεξε γρήγορα προς τη Λόρντι η οποία έτρεμε ολόκληρη, σκεπτόμενη αυτό που ετοίμαζαν να κάνουν. Ο Μπάρι την κράτησε σφιχτά στην αγκαλιά του. Εκείνη, καταϊδρωμένη, του άπλωσε αποφασισμένη την παλάμη της. Το πρόσωπό της μαρμάρωσε, μα ήταν έτοιμη να φορέσει το δαχτυλίδι και να δώσει ζωή στο μωρό τους. Έσφιξε τα δόντια της και ούρλιαξε «Κάν΄ το Μπάρι!!» Αυτός έκοψε κάθετα, ένα τεράστιο κομμάτι κρέας από το μεσαίο της δάχτυλο, ενώ η Λόρντι στρίγκλιζε από τον πόνο. Λυτρωμένη πια, φόρεσε το δαχτυλίδι κλαίγοντας. Κοιτάχτηκαν στα μάτια και εκείνος ακούμπησε το ματωμένο μαχαίρι πάνω στην άμμο.

Συντονιστείτε με την Ελένη Ισπόγλου σε Facebook και Instagram