Η 31η Μαρτίου είναι ημέρα αφιερωμένη στην ορατότητα της διεμφυλικής (τρανσέξουαλ) κοινότητας. Καθιερώθηκε το 2009, έπειτα από πρωτοβουλία της ακτιβίστριας Ρέιτσελ Κράνταλ και σύντομα απέκτησε διεθνή χαρακτήρα. Με αφορμή την εν λόγω ημέρα, παρακάτω θα βρείτε μία ανάλυση της ταινίας «Το κορίτσι από τη Δανία».

The Danish Girl

Το Κορίτσι Από τη Δανία

Δραματική 2015 | Έγχρ. | Διάρκεια: 119′

Αγγλική ταινία, σκηνοθεσία Τομ Χούπερ με τους: Έντι Ρεντμέιν, Αλίσια Βικάντερ, Μπεν Γουίσο, Έιμπερ Χερντ

Βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, η ταινία αφηγείται τη ζωή του ζωγράφου Άιναρ Βέγκενερ, ο οποίος έγινε γνωστός με το όνομα Λίλι Έλμπε. Η Λίλι, ήταν η πρώτη τρανσέξουαλ που προχώρησε σε επέμβαση αλλαγής φύλου, σε μία εποχή όπου οτιδήποτε άλλο πέραν της ετεροσεξουαλικότητας θεωρούνταν ως ψυχική διαταραχή ή χημική ανισορροπία. Λεπτολόγος, διακριτικός και δίχως να κάνει κανένα σχόλιο ο Χούπερ καταφέρνει να δημιουργήσει μια ταινία υψηλής αισθητικής. Παρουσιάζοντας μονάχα τα γεγονότα κι όχι την ψυχοσύνθεση των ηρώων αγγίζει επιφανειακά το ζήτημα της σεξουαλικής ταυτότητας της Λίλι, χωρίς προσπάθεια να προκαλέσει έντονα συναισθήματα στο θεατή. Μέσω της σκηνοθεσίας, της σκηνογραφίας και της ενδυματολογίας μεταφέρει όλα εκείνα τα μηνύματα που ένας θεατής θα ανέμενε να ακούσει από τα στόματα των ηρώων.

Ήδη από την αρχή της ταινίας, αποδίδει το θέμα του μέσω της χρήσης σημασιολογικών σημείων. Ξεκινώντας από το Βέιλε, όπου ο Άιναρ έζησε τα παιδικά του χρόνια, δημιουργεί μία ενδιαφέρουσα σκηνή, μέσω της οποίας αναδεικνύεται η συμμετρία της φύσης, προσδίδοντας στο θεατή μία αίσθηση αρμονίας. Στο σημείο αυτό, η συμμετρία που προκύπτει από τις δεντροστοιχίες μοιάζει ως ένας αντικατοπτρισμός της κοινωνίας της εποχής εκείνης όπου επιθυμούσε τα πάντα να βρίσκονται τακτοποιημένα στη θέση τους. Όμως, οι αντανακλάσεις στα νερά της λίμνης άλλα μαρτυρούν. Σαν να επιθυμεί ο Χούπερ να τονίσει το γεγονός πως οι αντικατοπτρισμοί μας παραμένουν ήρεμοι μέχρι τη στιγμή που ένα απλό γεγονός γίνει η αφορμή να αντιληφθούμε όσα με περισσή μαεστρία κρύβουμε κάτω από την εικόνα που προβάλουμε.

Ο κινηματογραφικός χρόνος είναι η Κοπεγχάγη του 1926. Η υπόθεση αφορά ένα ζευγάρι ζωγράφων, το οποίο είναι παντρεμένο από πολύ νεαρή ηλικία και δείχνει να είναι απόλυτα ερωτευμένο. Η αρμονική τους συνύπαρξη δε φαίνεται να παρουσιάζει κενά ή ατέλειες. Εκείνος, ένας επιτυχημένος ζωγράφος τοπίων. Εκείνη, μία ζωγράφος πορτρέτων που ακόμη παλεύει να διεκδικήσει τη θέση της εντός του καλλιτεχνικού χώρου. Μία στιγμή μονάχα θα χρειαστεί για να ανατραπεί ο κόσμος και των δύο, όταν η Γκέρντα του ζητήσει να ποζάρει ως μοντέλο φορώντας γυναικεία ρούχα.

Από τη σκηνή εκείνη κι έπειτα αρχίζει το μαρτύριο του Άιναρ, ο οποίος φαίνεται να συνειδητοποιεί ότι ανέκαθεν ένιωθε γυναίκα. Η αμηχανία που προκύπτει από το ότι μέσα στο γυναικείο καλσόν νιώθει απόλυτα άνετα αντανακλάται μέσω των εκφράσεων του προσώπου του, του βλέμματος του καθώς παρατηρεί τον εαυτό του και των δαχτύλων του που χαϊδεύουν άκαμπτα το φόρεμα που κρατάει στα χέρια του. Η φύση που για χρόνια ολόκληρα είχε προσπαθήσει να καταπιέσει, μιμούμενος κάτι το οποίο δεν ήταν, άρχισε να αναδύεται κερδίζοντας ολοένα και περισσότερο έδαφος.

Δίχως να την αποδέχεται πλήρως, τον βλέπουμε να θεωρεί τον εαυτό του προβληματικό προσπαθώντας μέσω διαφόρων ειδικών να βρει τις κατάλληλες απαντήσεις. Μη-αποδεχόμενος τις διαγνώσεις περί σχιζοφρένειας, αντιλαμβάνεται ότι το μοναδικό πρόβλημα είναι ότι γεννήθηκε γυναίκα στο σώμα ενός άνδρα. Ολόκληρη η διαδρομή που ακολουθεί χαρακτηρίζεται από την επιμονή του ίδιου να αναζητήσει ερωτήματα σε μία εποχή όπου οι ποικίλες εκφάνσεις της σεξουαλικότητας δεν είχαν ακόμη μελετηθεί και καθοριστεί, καθώς και την υπομονή που δείχνει η Γκέρντα, βοηθώντας τον με όποιον τρόπο μπορεί, παρόλο που αρκετές φορές φαίνεται να προσπαθεί να κρύψει τον πόνο που της δημιουργεί η έλλειψη του Άιναρ.

Η σκηνή στον οίκο ανοχής όπου ο Άιναρ παρακολουθεί τις κινήσεις τις γυμνής κοπέλας μέσα από το τζάμι είναι καθηλωτική -στο σημείο αυτό θα μπορούσα να αναφέρω ότι ο Χούπερ θυμίζει λιγάκι Μπέργκμαν. Ο Άιναρ, πίσω από το γυαλί μιμείται τις κινήσεις των χεριών της γυμνής κοπέλας σε μία προσπάθεια του να απελευθερώσει όλη τη θηλυκή πλευρά του. Άξαφνα η κάμερα παρουσιάζει τα πρόσωπα και των δυο, χρησιμοποιώντας το τζάμι ως καθρέπτη. Με κεντρικό άξονα τις αντανακλάσεις που δημιουργούνται τα δύο σώματα μοιάζουν να γίνονται ένα τονίζοντας την πλήρη αποδοχή της Λίλι από τον Άιναρ.

Πέραν όλων των παραπάνω, εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι ενδυματολογικές επιλογές. Ως Άιναρ, φέρει ένα αρκετά σοβαρό και προσεγμένο ντύσιμο. Οι κινήσεις του μοιάζουν κλειδωμένες, σαν να μην έχει ακόμη αποφασίσει τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να κινείται μέσα στο χώρο. Έπειτα από τη στιγμή της συνειδητοποίησης κι αφότου η Λίλι ανέρχεται στην επιφάνεια, τα πάντα τείνουν να αλλάζουν προς ένα στυλ περισσότερο ανέμελο, ανάλαφρο, ασύμμετρο. Σαν να μην πνίγεται πια κάτω από τα ρούχα που φοράει.

Σε καθετί που συμβαίνει ιδιαίτερη σημασία έχει και το μέρος. Η Κοπεγχάγη αντιπροσωπεύει τη σοβαρή πλευρά της ταινίας. Η μετάβαση τους στο Παρίσι με αφορμή την έκθεση των έργων της Γκέρντα, τα οποία αποτελούν όλα προσωπογραφίες της Λίλι, συμβάλει στην απελευθέρωση από τα κοινωνικά δεσμά που τους είχαν επιβληθεί. Η Λίλι αποδέχεται ποια είναι πραγματικά, αλλάζει πλήρως την ταυτότητα της και παίρνει την απόφαση να προχωρήσει σε επέμβαση αλλαγής φύλου γνωρίζοντας όλες τις πιθανές επιπλοκές που τυχόν θα προκύψουν.

 Λίγο πριν το θάνατο της, η Λίλι εξιστορεί στη Γκέρντα το όνειρο που είδε το προηγούμενο βράδυ: ‘Last night I had the most beautiful dream. I dreamed that I was a baby in my mother’s arms. And she looked down at me, and she called me Lili.’ Χρησιμοποιώντας το όνειρο ως ψυχαναλυτική μέθοδο, ο Χούπερ καθιστά σαφή την γαλήνη που αισθάνεται η Λίλι. Νιώθοντας, πλέον, ο εαυτός της αφήνει τη τελευταία της πνοή. Ακολουθώντας τη μέθοδο της κυκλικής αφήγησης, η ταινία κλείνει στο μέρος όπου άρχισαν όλα, στο Βέιλε της Δανίας.

Επιμέλεια κειμένου: Νίκη Μιχαλάκη