Απαγόρευση

Όλα ξεκίνησαν όταν ήμουν 5- 6 χρόνων, έτσι νομίζω τουλάχιστον. Δεν θυμάμαι πολλά πράγματα από εκείνη την ηλικία αλλά σίγουρα θυμάμαι την κούκλα της μαμάς!

Μια πανέμορφη κούκλα, παρατημένη στο σπίτι της γιαγιάς, την οποία απαγορευόταν να αγγίξω. Δεν μου είχαν απαγορεύσει ποτέ ρητώς να την αγγίξω, ωστόσο κάθε φορά που την πλησίαζα ερχόταν η αναστάτωση στο σπίτι. Πόσο έντονη ανάμνηση, όσο διακριτικά, ήσυχα ή ύπουλα κι αν πλησίαζα την κούκλα… πάντα το καταλάβαιναν! Ένιωθα πως τα μάτια τους ήταν πάντα εκεί. Παρατηρούσαν και πρόσεχαν μην πάθει κάτι η κούκλα. Δεν με πίστευαν, όταν έλεγα ότι δεν την έχω αγγίξει, και έπρεπε να την ελέγξουν αν είναι εντάξει. Άραγε τι ήταν αυτό που έκανε τόσο σπουδαία αυτή την κούκλα; Ένα παιχνίδι ήταν μόνο!

Το απαγορευμένο ήταν αυτό που με γοήτευε στην κούκλα. Πλέον το βλέπω καθαρά. Αυτό δεν συμβαίνει άλλωστε πάντα; Ποθούμε, λαχταρούμε αυτό που δεν μας επιτρέπεται, αυτό που οι άλλοι έχουν χρήσει απαγορευμένο. Βλέπετε το επιτρεπτό… είναι απλοϊκό, ακόμη κι αν δεν έχουμε την παραμικρή ικανότητα να το αποκτήσουμε. Είναι ανιαρό, δεν βρίσκουμε κανένα ενδιαφέρον να προσπαθήσουμε για αυτό. Ενώ το απαγορευμένο… εσωκλείει τόση γοητεία! Η έξαψη της σκέψης ότι εμείς -και μόνο εμείς- θα καταφέρουμε να το κατακτήσουμε μπορεί να μας οδηγήσει σε μία αέναη, μάταιη επιδίωξη επίτευξης του στόχου μας. Πόσο περίεργη η ανθρώπινη φύση, ποτέ δεν θα πάψει να με εκπλήσσει. Ό, τι με γενναιοδωρία μας χαρίζεται, απαξιώνεται, χαραμίζεται. Αλλά ό, τι μας κρατάει κρυφό η ζωή, εμείς εκεί, με πόνο ψυχής διακινδυνεύουμε τα πάντα απλά για να το κατακτήσουμε. Ωστόσο, πιστέψτε με, ο πόθος για την κατάκτηση του απαγορευμένου κρύβει πολλούς κινδύνους.

Αρχικά ο κίνδυνος της απογοήτευσης. Είναι πιθανό, όταν κατακτήσουμε το αντικείμενο του πόθου μας, να αντιληφθούμε ότι δεν μας γοητεύει καθόλου πια. Είναι δυνατό, το μόνο που μας προσήλκυσε εξαρχής να ήταν το απαγορευμένο, η αίσθηση της παντοδυναμίας από την οποία καθοδηγούμασταν, ότι εμείς και μόνο εμείς θα καταφέρουμε να το αποκτήσουμε ο κόσμος να χαλάσει. Έτσι, όταν επιτευχθεί η κατάκτηση, το αντικείμενο, το περιεχόμενο και η ουσία του, δεν μας προσφέρουν πλέον τίποτα. Το μόνο που μένει είναι πια ένα αίσθημα κενού, καθώς η έξαψη που μας είχε απογειώσει ψυχικά έχει πλέον χαθεί. Τους ζηλεύω αυτούς που βίωσαν αυτό το κενό…

Ο άλλος κίνδυνος είναι αυτός της εμμονής. Δυστυχώς αυτό συνέβη και σε μένα. Στην αρχή η επιθυμία σου εστιάζεται στο να κατακτήσεις το απαγορευμένο. Εφαρμόζεις το ένα σχέδιο μετά το άλλο προκειμένου να έρθει στην κατοχή σου. Κάποια στιγμή το καταφέρνεις! Είναι πλέον στην κατοχή σου. Ωστόσο δεν σου αρκεί. Όχι, φυσικά δεν σου αρκεί. Τώρα θες πλέον να ανακαλύψεις την αξία του. Όχι, δεν θες απλά. Πρέπει να μάθεις την αξία του. Πρέπει να μάθεις, γιατί άξιζε τόσο ώστε να στο απαγορεύσουν.

Αρχίζεις τις ερωτήσεις για να ανακαλύψεις την αξία του πάλε ποτέ απαγορευμένου αντικειμένου. Αν και ρωτάς ξανά και ξανά, κανείς δεν απαντά! «Μα είναι δυνατόν», σκέφτεσαι, «τόσα χρόνια απαγόρευσης και τώρα αναπάντητα ερωτήματα;». Πριν καν προλάβεις να απογοητευτείς, να θυμώσεις, να βρεις πώς οφείλεις να αντιδράσεις… αρχίζει ένας νέος Γολγοθάς! Αυτός της ευθύνης. Η ευθύνη να προσέχεις αυτό το τόσο σημαντικό αντικείμενο.

Όπως, ίσως, έχετε καταλάβει ήδη, η κούκλα περιήλθε κάποια στιγμή στην κατοχή μου. Μαζί με την κούκλα ήρθε και η ευθύνη να την προστατεύω. Από τι θα απορείτε! Και εγώ το ίδιο είχα απορήσει… Σε αυτό, όμως, μου είχαν δώσει απάντηση. Έπρεπε να την προσέχω από τον αδελφό μου, από το άγαρμπο παιχνίδι μας, από τη σκόνη, από το χρόνο. Τόσο παράλογες ευθύνες για μία κούκλα, για ένα παιχνίδι!

Επιτρέψτε μου να σας εξιστορήσω την ιστορία της κούκλας. Το όνομα μου είναι Ευρυδίκη και η ιστορία της κούκλας είναι η ιστορία της μέχρι τώρα ζωής μου. Είναι απίστευτο πόση χαρά, ευτυχία, αλλά και πόνο, δυστυχία έκρυβε το ταξίδι για την ανακάλυψη του «απαγορευμένου» της κούκλας. Ένα ταξίδι που ξεκινά με ένα υπέροχα στημένο κουκλοθέατρο, αλλά η αυλαία πέφτει με ένα φόνο εν βρασμώ ψυχής. Ένα λάθος που θα το πλήρωνα ακριβά.

Μεγαλώνοντας με την κούκλα

Από την ώρα που η κούκλα έγινε δική μου ήθελα να παίζω συνέχεια μαζί της! Ένα όνειρο χρόνων είχε γίνει πραγματικότητα, ήταν πια δική μου. Δυστυχώς, όμως, από την πρώτη στιγμή φάνηκε ότι το όνειρο θα μετατραπεί σε εφιάλτη.

Θυμάμαι να στήνω το κουκλοθέατρο μου με επιμέλεια. Σεντόνια, μαξιλάρια, παιχνίδια, αρκουδάκια συμμετείχαν τα πάντα στο σκηνικό. Ένα σκηνικό με τη νέα μου κούκλα πρωταγωνίστρια. Οι γονείς μου δεν είχαν εμφανιστεί καθόλου στο δωμάτιο, ήξερα ότι ήταν από κείνες τις στιγμές που χαίρονταν που ασχολιόμουν με κάτι και τους άφηνα να ξεκουραστούν. Έπαιζα πολύ ωραία και ίσα που η νέα μου κούκλα είχε γνωρίσει τους νέους της φίλους! Τότε ξαφνικά η μητέρα μου μπήκε στο δωμάτιο και άρχισε να ουρλιάζει… Όχι! Δεν ούρλιαζε ούτε για τα μαξιλάρια στο πάτωμα, ούτε για τα τσαλακωμένα σεντόνια δεξιά και αριστερά. Η μητέρα μου ήταν μια γυναίκα που μας άφηνε να παίζουμε με τα πάντα, ενίσχυε την φαντασία μας και -παρά τις νουθετήσεις της δικής της μητέρας- μας άφηνε μέχρι και στους τοίχους να ζωγραφίζουμε προκειμένου να εκφραστούμε. Δεν ήξερα, λοιπόν, για ποιο λόγο μου φώναζε. Ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε κάτι τέτοιο.

Όπως καταλαβαίνετε σαν παιδί μου πήρε λίγο χρόνο μέχρι να καταλάβω τι είχε συμβεί. Όταν πια σταμάτησαν οι φωνές της, άρχισε να μου μιλάει με επιτακτικό λόγο για το πώς πρέπει να παίζω με την κούκλα της. Ναι, όλα είχαν να κάνουν με την κούκλα. Όλα από δω και πέρα είχαν να κάνουν με αυτή την κούκλα. Οι τσακωμοί άρχισαν να είναι καθημερινοί. Ο τρόπος που κρατούσα την κούκλα, το ότι δεν την συμμάζευα πριν φύγω για το σχολείο και την έβρισκε ο μικρός μου αδελφός και έπαιζε μαζί της, τα παιχνίδια που έπαιζα μαζί της… όλα ήταν αφορμή για καυγά με την μαμά μου. Δεν ήξερα τι επιρροή ασκούσε η κούκλα πάνω της, αλλά ειλικρινά σας το λέω το καταλάβαινα ότι δεν ήταν φυσιολογικό και ας ήμουν μικρή.

Μετά από ατελείωτους καυγάδες είχα σταματήσει να παίζω με την κούκλα, δεν υπήρχε λόγος άλλωστε, αφού δεν ευχαριστιόμουν το παιχνίδι. Την είχα τοποθετήσει σαν έκθεμα πάνω σε ένα ράφι. Ήταν ανατριχιαστικό, δεν μου άρεζε καθόλου, αλλά είχα αποφασίσει ότι δεν θα κάνω χάρη στην μητέρα μου να της την επιστρέψω. Ήμουν σίγουρη ότι αυτό ήθελε από μένα, να παραδεχτώ ότι δεν ήμουν ικανή να προσέχω μία κούκλα. Όχι μην στεναχωριέστε για μένα, δεν ήμουν ποτέ κοριτσάκι για λύπηση! Από την πρώτη στιγμή είχα αντιληφθεί ότι αυτό ήταν το αδύνατο σημείο της μητέρας μου και πιστέψτε με το χρησιμοποιούσα σε κάθε ευκαιρία.

Όποτε μου απαγόρευε να αγοράσω κάτι που ήθελα ή να πάω σε κάποιο πάρτι, έπαιρνα την κούκλα και έκανα επικίνδυνα πράγματα. Άλλοτε ανακάλυπτα τις καλλιτεχνικές μου ικανότητες με την κούκλα δίπλα στην παλέτα με τα χρώματα, άλλοτε μαγείρευα με την κούκλα στον πάγκο τάχα να μου κρατάει συντροφιά ανάμεσα στα καρυκεύματα και το αλεύρι! Και κάθε μα κάθε φορά η μαμά μου εξαγριωνόταν και μου ανέφερε πόσο ανεύθυνη ήμουν. Τι κέρδιζα θα αναρωτιέστε… δεν ξέρω, μάλλον τίποτα. Αλλά ήταν κάποιο είδος εκδίκησης!

Στην εφηβεία η κούκλα έγινε αρκετές φορές η αγκαλιά που μου έλειπε. Έπαψε να είναι μέσο εκδίκησης, καθώς ως έφηβη είχα απορρίψει την μητέρα μου. Στην κούκλα βρήκα μία ιδιαίτερη επικοινωνία που έλειπε από την σχέση με τη μητέρα μου. Της μιλούσα χωρίς να με κρίνει. Διηγούμουν με τις ώρες πώς ήταν η μέρα μου χωρίς να κάνει σύγκριση με τη δική της ζωή. Έκλαιγα και ήξερα ότι ήταν εχέμυθη. Έλεγα τις πιο σκοτεινές μου σκέψεις και ήξερα ότι δεν θα με απορρίψει. Ήμουν ο εαυτός μου και ήξερα ότι θα ήταν εκεί πάντα.

Η κούκλα έγινε η καλύτερή μου φίλη. Βασικά κατέληξε και η μόνη μου φίλη. Όταν όλες μου οι φίλες με πρόδιδαν η μία μετά την άλλη, η κούκλα ήταν εκεί. Την πρόσεχα πλέον χωρίς να με μαλώνει η μαμά μου, δεν χρειαζόταν. Και αυτό με ενοχλούσε αφάνταστα… γιατί πλέον η μαμά μου δεν μου απηύθυνε καθόλου το λόγο. Οι καυγάδες για την κούκλα σταμάτησαν και ήταν λες και δεν υπήρχε λόγος να μου μιλάει πια. Πόσο δίκιο είχα τελικά όταν ήμουν μικρή, η μαμά ποτέ δεν νοιάστηκε για μένα όσο νοιάστηκε για την κούκλα.

Πλησίαζα την ενηλικίωση και μετά από ένα χρόνο σχέσης με τον φίλο μου ολοκληρώσαμε την σχέση μας και μετά με χώρισε. Έκανα το λάθος να το πω στη μαμά μου, η οποία μου απάντησε «Λυπάμαι, θα μάθεις ότι αυτά συμβαίνουν». Το πιστεύετε; Αυτό είχε απλά να μου απαντήσει. Απλά έφυγα, πήγα στο δωμάτιο τα είπα στην κούκλα όλα, η οποία με άφησε να κλαίω όλο το βράδυ στην αγκαλιά της. Χωρίς να πει τίποτα. Πόσο καλύτερη η σιωπή της από τα λάθος λόγια της μητέρας μου. Αυτό ήταν! Πλέον έλεγα και τα ερωτικά μου μόνο στην κούκλα.

Με τα χρόνια υπήρξαν πολλές φορές που ένιωσα την ανάγκη να μιλήσω για διάφορα ζητήματα στη μητέρα μου. Αλλά με τα χρόνια ξέρετε τι κατάλαβα; Νομίζω την βόλευε που είχα πια την κούκλα για να μιλάω. Την είχα παρατηρήσει που άνοιγε την πόρτα και με κοιτούσε που έκλαιγα. Ποτέ, όμως, δεν μπήκε μέσα. Σίγουρα στεναχωριόταν, ήξερα ότι κατά βάθος με αγαπάει. Αλλά νομίζω την βόλευε που είχα την κούκλα. Την έβγαζε από την άβολη -ίσως και άχαρη- θέση να ασχοληθεί μαζί μου.

Ευτυχώς όλα αυτά σε λίγο θα αποτελούσαν παρελθόν. Πέρασα στο Πανεπιστήμιο, σε άλλη πόλη. Είχα αποφασίσει ότι θα φύγω και θα αφήσω πίσω την πικρία και για τη μητέρα μου και την κούκλα. Αφού ήταν τόσο σημαντική για την μητέρα μου ας έμενε εκεί. Έφυγα για σπουδές, μα όποτε επέστρεφα η κούκλα πάντα ήταν εκεί να με κοιτάει από το ράφι της βιβλιοθήκης. Κάποιες φορές είχα φέρει και συντρόφους και φίλες στο σπίτι και την έκρυβα με το που έμπαινα στο δωμάτιο. Όμως, κάθε επόμενη φορά που επέστρεφα πάλι ήταν εκεί και με περίμενε. Όταν ήμουν μικρή, η μαμά μου δεν με άφησε να παίξω με την κούκλα, όπως ήθελα. Πλέον, όμως, η μαμά μου φαινόταν να παίζει το δικό της παιχνίδι. Το παιχνίδι της κυριαρχίας στο χώρο της, αυτή έκανε πια ό, τι ήθελε στο δωμάτιο μου, στο σπίτι της.

Η κούκλα

Η κούκλα δεν είχε όνομα. Δεν είχε, γιατί δεν άρεσε στη μαμά μου κανένα όνομα που ήθελα να της δώσω. Έτσι, απλά την άφησα αβάπτιστη. Την ενοχλούσε αρκετά της μαμάς μου αυτό. Το θεωρούσε περίεργο να την προσφωνώ «Η κούκλα». Ακούστε! Θεωρούσε αυτό περίεργο! Όχι ότι έπρεπε να φροντίζουμε την κούκλα και να την προστατεύουμε από τη φθορά και το χρόνο.

Η κούκλα ήταν πανέμορφη, πορσελάνινη, από τις παλιές τις ωραίες. Λευκό δέρμα, κοκκινωπά σγουρά μαλλιά. Τα ρούχα της ήταν απλά, ένα όμορφο κόκκινο φόρεμα. Την είχε διατηρήσει σαν καινούρια η μαμά μου και αυτός ήταν ένας από τους λόγους που μου κέντριζε το ενδιαφέρον. Η μητέρα μου χαλούσε τα πάντα! Ήταν κινητή καταστροφή! Πώς γινόταν να είχε διατηρήσει την κούκλα σε τόσο καλή κατάσταση; Τι την έκανε τόσο σημαντική που να άξιζε την προσοχή της;

Στα πρώτα χρόνια με ενδιέφερε να μάθω την αλήθεια της κούκλας. Έπειτα απλά είχα συνειδητοποιήσει ότι η κούκλα -και όλα όσα έβλεπε η μητέρα μου σε αυτήν- ήταν απλά η κόρη που θα ήθελε να έχει. Ήταν ξεκάθαρο για μένα ότι η κούκλα ήταν πιο σημαντική. Στην αρχή αυτό με πλήγωνε, στη συνέχεια έμαθα ότι μπορώ να ζω και με αυτό το αίσθημα. Δεν με πλήγωσε ποτέ η οικογένεια μου ούτε σωματικά, ούτε με πρόσβαλαν ως άτομο. Το μόνο παράπονο μου ήταν ότι δεν έμοιαζα στην κούκλα για να με αγαπάει λίγο περισσότερο η μητέρα μου. Δεν πειράζει… ο καθένας ό, τι μπορεί δίνει. Αυτό έλεγα στον εαυτό μου και για χρόνια το πίστευα.

Η αναγκαστική επιστροφή στο σπίτι

Μάρτιος 2020. Γενικό lockdown και στην Ελλάδα. Οι φοιτητές επέστρεφαν σπίτι τους. Αναγκαστικά κι εγώ. Ήταν η πρώτη φορά που θα επέστρεφα σπίτι για περισσότερο από 2-3 μέρες.

Δεν είχε αλλάξει τίποτα. Η κοινωνία άλλαζε, ο κόσμος άλλαζε. Η μητέρα μου, όμως, όχι. Η ζωή στο πατρικό ήταν ακριβώς η ίδια με εκείνη που ήθελα να γλυτώσω, όταν έφυγα στα 18 μου. Μέρα τη μέρα, νύχτα τη νύχτα με έπνιγε η παραμονή μου στο σπίτι των γονιών μου. Τα πράγματα ήταν περίεργα, η ένταση από τις εξελίξεις σχετικά με τον ιό επηρέαζε τα πάντα. Πλέον είχα ωριμάσει, ήξερα τη θέση μου στο σπίτι, αλλά και το σεβασμό που οφείλω στους γονείς μου.

Όμως, πιστέψτε με… όσο κι αν ήθελα να προσπαθήσω, η μητέρα μου δεν το έκανε εύκολο. Φερόταν με υπεροψία, ανέφερε διαρκώς ότι δεν πέτυχα τίποτα και πως ό, τι και να συμβεί πάντα στο πατρικό θα επιστρέφω. Όλα ήταν αναμενόμενα, ώσπου μία μέρα όλα άλλαξαν. Μία γνωστή μας διαγνώστηκε με τον ιό. Αυτό αμέσως κατέδειξε στην οικογένεια μου ότι ο ιός υπάρχει, ότι η απειλή είναι αληθινή. Και άλλαξαν… έγιναν πιο νευρικοί, πιο φοβισμένοι, πιο απόμακροι μεταξύ τους. Η συνύπαρξη έγινε δύσκολη, η κατάθλιψη του εγκλεισμού μας χτυπούσε την πόρτα.

Σε μια διαμάχη που ξέφυγε, γύρισε η μητέρα μου αφοπλιστικά και ανέφερε «Σάμπως σε νοιάζει εσένα; Ποτέ σου δεν με αγάπησες…». Απλά κρατήθηκα και πήγα στο δωμάτιο μου. Τότε είδα την κούκλα να με κοιτάει με ανακριτικό ύφος. Κάθισα και έκανα μια ενδοσκόπηση. Ανέτρεξα σε όλες τις καλές στιγμές μας με την μητέρα μου, ήταν πάρα πολλές! Αλλά μετά ήρθαν στη σκέψη και όλες εκείνες οι στιγμές υποβίβασης, οι στιγμές που με έκανε να αισθανθώ κατώτερη από ένα παιχνίδι, από μία κούκλα. Η κούκλα συνέχιζε να με κοιτάζει, ένιωσα σαν να γελάει μαζί μου. Προσπάθησα να ηρεμήσω, παιχνίδια του μυαλού ήταν… ο εγκλεισμός ήταν υπεύθυνος.

Άκουγα την μητέρα μου να συνεχίζει να μουρμουρίζει. Με κατηγορούσε στον πατέρα μου. Έλεγε ότι δεν την αγαπάω, ότι αν κολλήσει και πάθει κάτι θα χαρώ και θα ηρεμήσω, πως φυσικά για ακόμα μια φορά πήγα να κλειστώ στο δωμάτιο μου και να κλάψω με την κούκλα μου. Την άκουσα να καταριέται την ώρα και την στιγμή που μου την χάρισε. Αυτό ήταν. Πήρα την κούκλα στα χέρια μου και έτρεξα στο σαλόνι.

Ο φόνος εν βρασμώ ψυχής

Έφτασα στο σαλόνι, άρχισα να ουρλιάζω, δεν θυμάμαι καν τι έλεγα. Ή μάλλον θυμάμαι αλλά ντρέπομαι να τα ξεστομίσω… Τα τελευταία λόγια που είπα πριν διαπράξω το έγκλημα, ήταν «Σε μισώ, δεν με αγάπησες ποτέ. Το μόνο που ήσουν ικανή να αγαπήσεις ήταν αυτή η κούκλα, για αυτό και θα πεθάνει». Και τότε με όλη την ορμή της στιγμής, με όλο το μένος των τόσων ετών, έσπασα στο πάτωμα την πορσελάνινη κούκλα.

Έγινε χίλια κομμάτια, όπως κι η καρδιά μου. Ήθελα να πονέσει η μητέρα μου και τελικά πόνεσα τόσο πολύ. Με το που την έσπασα ένιωσα τόσο μόνη σε αυτόν τον κόσμο, δίχως στήριγμα. Άρχισα να κλαίω, να λέω στην μητέρα μου όλα αυτά που της είχα κρατημένα τόσα χρόνια. Από τους λυγμούς απορώ πως καταλάβαινε τα λόγια μου και μου απαντούσε ότι πάντα με αγαπούσε, ότι εγώ δεν την άφηνα να με πλησιάσει, πως εγώ ποτέ δεν άφηνα κανέναν να δει την αδύναμη πλευρά μου. Κάθε φορά, έλεγε, ότι ερχόταν στο δωμάτιο να με παρηγορήσει στις δύσκολες στιγμές μου και εγώ την έβλεπα και γυρνούσα την πλάτη. Θυμάμαι, στο τέλος, είχε πει πως έφευγε με πόνο ψυχής κάθε φορά, γιατί σεβόταν το χώρο μου, όχι γιατί ήθελε να αποφύγει την κατάσταση.

Δεν με ένοιαζαν αυτά που έλεγε, δεν την πίστευα. Ποτέ κανείς δεν με αγάπησε, δεν θα με έπειθε απλά με όμορφα λόγια. Είχα επενδύσει τόσα σε αυτήν την κούκλα και έφταιγε αυτή, μόνο αυτή. Για ακόμη μία φορά έφταιγε αυτή μόνο που πονάω. Τότε έκανα επιτέλους την ερώτηση. Γιατί ήταν τόσο σημαντική αυτή η κούκλα για αυτήν; Γιατί ήταν τόσο σημαντικό να της φέρομαι καλά, να την περιποιούμαι, να μην αφήνω το χρόνο και τη φθορά να την αγγίζουν… ΓΙΑΤΙ;;;

Τελικά η απάντηση -που αναζητούσα ολόκληρη τη ζωή μου- δόθηκε. Και τότε ήταν η στιγμή που άλλαξα για πάντα. Νομίζω ότι το είναι μου δολοφονήθηκε και όχι εν βρασμώ ψυχής, όπως η κούκλα μου, αλλά μετά από έναν καλοσχεδιασμένο φόνο ετών που πάντα καραδοκούσε εκεί για μένα.

Η αλήθεια της κούκλας

Η μητέρα μου ποτέ δεν είχε παίξει με αυτήν την κούκλα, για αυτό ήταν σε τόσο καλή κατάσταση. Δεν της άρεσε ποτέ. Από όταν ήμουν 1-2 ετών μου είχε αρέσει πάρα πολύ, αλλά ήταν πορσελάνη που σπάει εύκολα και δεν μπορούσα ακόμα να παίξω μαζί της. Πάντα, όμως, το μυαλό μου ήταν εκεί… έκανα νάζια, νεύρα προκειμένου να την αποκτήσω, για αυτό και ήταν τα βλέμματά τους πάντα στραμμένα εκεί, μήπως μου πέσει, σπάσει και τραυματιστώ. Όταν ήμουν πια υπεύθυνη, αποφάσισαν να μου την δώσουν, αλλά πάντα με πρόσεχαν μην συμβεί κάτι και ας με ενοχλούσε. Μεγαλώνοντας είχα δυσκολία να έχω παρέες, να μιλάω και να ανοίγομαι οπότε η κούκλα λειτουργούσε θεραπευτικά για μένα και χαιρόντουσαν πολύ για αυτό. Έτσι, την πρόσεχε ακόμα περισσότερο για να μην στεναχωρηθώ αν της συμβεί κάτι. Ποτέ δεν αντικατέστησε η μητέρα μου εμένα με την κούκλα, εγώ είχα αντικαταστήσει την μητέρα μου με την κούκλα.

Την ρώτησα τότε, γιατί ποτέ δεν μου τα είχε πει όλα αυτά, ενώ είχα ρωτήσει ξανά και ξανά. Μου απάντησε ότι δεν χρειαζόταν να γνωρίζω την ιστορία κάποιου αντικειμένου για να το φροντίζω. Δεν χρειάζεται να γνωρίζω ακριβώς τι μου προσφέρει κάτι για να δεθώ μαζί του και να μου θεραπεύσει όμορφα την ψυχή. Δεν χρειάζεται να ξέρω τα πάντα για να αγαπήσω κάποιον. Μου απάντησε ότι ήταν μέχρι τότε η πιο σημαντική σχέση της ζωής μου και ήθελαν να μου μάθουν ότι πρέπει κάθε σχέση να την περιποιούμαι, να την φροντίζω ακόμα και αν δεν καταλαβαίνω, ακόμα και αν δεν ξέρω. Οφείλω για μένα να διατηρώ κάθε σχέση μέσα στο χρόνο και πέρα από τη φθορά. Μέσα στο παράλογο, έβγαλαν όλα νόημα.

Μόνο μια ερώτηση μου είχε μείνει… γιατί έπρεπε να περιμένουν να την σκοτώσω για να μου τα πουν όλα αυτά; Η απάντηση ακόμα στα αυτιά μου ηχεί… επειδή το μεγαλύτερο μάθημα που είχε η κούκλα να μου δώσει είναι ότι η κάθε σχέση είναι εύθραυστη σαν πορσελάνη, μία ολόκληρη ζωή να την φροντίζεις… μία άσχημη στιγμή αρκεί να την καταστρέψεις για πάντα.