Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό, μια βάρκα μες στη θάλασσα.
Δεν ήθελε ποτέ να βγει απ'αυτήν.
Ήθελε να μένει εκεί και να ζει τ'όνειρο.
Το όνειρο που της έδινε ζωή.
Το όνειρο του μπλε και του βυθού.
Το όνειρο που πάντα έψαχνε, όσο είχε μείνει στη στεριά, ακούγοντας μουσικές και νιώθοντας νοσταλγία.
Νοσταλγία για κάτι που δεν γνώριζε, μα τόσο αγαπούσε.
Το ένιωθε τόσο πολύ που ήταν σαν να το 'χε ζήσει.
Όταν η βάρκα μπήκε στην θάλασσα, κατάλαβε πως αυτήν αγαπούσε.
Αυτήν, όλα αυτά τα χρόνια, ζούσε, ποθούσε, ανάσαινε στον ύπνο και στον ξύπνιο της.
Τόσο πολύ αγάπησε το μπλε της!

Ώσπου μια μέρα ο Ουρανός την ένιωσε την τόση της αγάπη και ζήλεψε ο καημένος- που όλους τους αγκαλιάζει μα κανείς δεν τον κοιτά, παρά μόνο στην ανάγκη του.-
Και είπε ένα βράδυ στην βάρκα:

"Έλα λίγο κοντά μου...Πίσω απ'τ'αστέρια, έχω μια θάλασσα όμοια με την δική σου...Που με τ'αστέρια μου το μπλε της γίνεται πιο φωτεινό και το φως τους θα ζεστάνει το μέσα σου μέρος."

Και η βάρκα, που όσο περνούσαν τα χρόνια την κούραζε λιγάκι που από μέσα ήταν άδεια και μόνο οι αέρηδες την άγγιζαν, τον άκουσε.
Κι ένα βράδυ, έγιναν τα κουπιά φτερά της
Κι από τότε κανείς δεν την είδε πια...
Αλλά κάθε φορά που την σκέφτομαι, με πιάνει μια νοσταλγία βρε παιδιά...
Να, σαν αυτό το μπλε της θάλασσας.

Φωτογραφία / Κείμενο: Μαρίζα Δρακουλάκου