«Το 1931, όταν έγραφα τον Θαυμαστό νέο κόσμο, είχα την πεποίθηση ότι είχαμε ακόμη πολύ καιρό μπροστά μας. Η εντελώς οργανωμένη κοινωνία, το επιστημονικό ταξικό σύστημα, η κατάργηση της ελεύθερης βούλησης με τη μεθοδική συμμόρφωση του ατόμου, η δουλεία που γίνεται αποδεκτή με τακτικές δόσεις ευτυχίας, παρεχόμενης με χημικά μέσα, οι ορθόδοξες ιδέες που διατυμπανίζονται με βραδινές παραδόσεις υπνοδιδασκαλίας  ̶  αυτά τα πράγματα σίγουρα θα’ ρχόντουσαν […]»

Άλντους Χάξλεϋ, Επιστροφή στο θαυμαστό νέο κόσμο (1978)

Μεταφρασμένη στα ελληνικά, η λέξη «παράλογο» είναι σύνθετη, απαρτιζόμενη από την πρόθεση «παρά» και το ουσιαστικό «λόγος». Η πρόθεση «παρά» δηλώνει το κοντά, το δίπλα, την εγγύτητα, αυτό  που στέκεται πλάι, αλλά όχι την ενότητα. Ακόμα, δηλώνει την αντίθεση, τη διαφορά, ένα «παρόλο που». Ως παράδοξο λογίζεται το εξαιρετικά ασυνήθιστο ή το συνηθισμένο παρουσιασμένο, ωστόσο, μ’ έναν εξαιρετικά αξιοπερίεργο και παράξενο τρόπο. Στη λογοτεχνία, η ιδέα του παραλόγου υλοποιείται κυρίως μέσα από δυστοπικές, ανοίκειες απεικονίσεις του κόσμου σε μια προσπάθεια αλληγορικής αναπαράστασης του τελευταίου, προκειμένου να εκφραστεί η ουσία του πολιτισμού με τρόπο ρηξικέλευθο και ριζοσπαστικό. Στο πλαίσιο αυτό, η «διαφορετική» αναπαράσταση της πραγματικότητας αποδεικνύει έντεχνα πως εκείνη, όπως την αντιλαμβάνεται καθείς, αποτελεί προϊόν διαμεσολάβησης ακριβώς γιατί δεν υπάρχει μια ορισμένη και άμεση αντίληψή της.

Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα αγγλικής γλώσσας, θα αναφερθώ στο παράλογο, όπως αυτό παίρνει σάρκα και οστά σε δύο έργα της αγγλικής λογοτεχνίας που προσπαθούν —καθένα μέσα από το δικό του μοναδικό δυστοπικό σύμπαν— να αποτυπώσουν αλληγορικά το συγχρονικό.  Οι Χάξλεϋ και Όργουελ παρουσιάζουν από κοινού τον πολιτισμό του μέλλοντος να χαρακτηρίζεται από στυγνά δικτατορικά καθεστώτα, αυστηρή απαγόρευση ελευθερίας λόγου και ατομικών δικαιωμάτων, αποδόμηση της οικογένειας και διαρκή παρακολούθηση των πολιτών. Μάλιστα, μία από τις ειρωνείες της Ιστορίας είναι ότι όψεις του διαδικτυωμένου μέλλοντός μας παρουσιάζουν ομοιότητες με τους ευφάνταστους εφιάλτες του Χάξλεϋ και του συμφοιτητή του στο Ήτον, Τζορτζ Όργουελ. Ο τελευταίος φοβόταν ότι θα μας κατέστρεφαν τα πράγματα που φοβόμαστε, ο κρατικός μηχανισμός επιτήρησης που τόσο ζωηρά περιγράφεται στο 1984 (1948). Στον αντίποδα, ο εφιάλτης του Χάξλεϋ, όπως περιγράφεται στον Θαυμαστό καινούριο κόσμο (Brave New World, 1932), ήταν ότι θα καταστραφούμε από πράγματα που μας ευχαριστούν.

Στον Θαυμαστό καινούριο κόσμο, η δράση εκτυλίσσεται στο Λονδίνο στο μακρινό μέλλον 2540 μ.Χ., ενώ περιγράφεται μια κοινωνία φανταστική, βασισμένη σε δύο πηγές έμπνευσης: τη νοερή προέκταση των επιστημονικών και κοινωνικών τάσεων της εποχής και την πρώτη επίσκεψη του Χάξλεϋ στις ΗΠΑ, όπου τον εξέπληξε το πώς ένας πληθυσμός μπορούσε να καθυποτάσσεται από τη διαφήμιση και τον καταναλωτισμό. Στην κοινωνία αυτή, επικρατεί η μαζική παραγωγή βρεφών μέσω αυτού που σήμερα θα αποκαλούσαμε «γονιμοποίηση in vitro» και η παρέμβαση στην ανάπτυξη των παιδιών, ώστε να δημιουργούνται «κάστες», που θα προσαρμόζονταν αδιαμαρτύρητα σε προκαθορισμένους κοινωνικούς και οικονομικούς ρόλους. Ο μυθιστοριογράφος νοεί τον κόσμο ως μια ανεστραμμένη ουτοπία παρουσιάζοντας την απαξίωση του οικογενειακού θεσμού, την υπερβολική ομοιομορφία και σταθερότητα του πολιτισμού, την περιθωριοποίηση του διαφορετικού, το καταναλωτικό πνεύμα.

Συγκεκριμένα, ο κόσμος που μορφοποιείται είναι «θαυμαστός» ακριβώς γιατί τα πάντα εμφανίζονται προκαθορισμένα, σταθερά, ευδαιμονικά, μηχανικά, απαθή. Ο Χάξλεϋ αξιοποιώντας τρία χαρακτηριστικά που εντόπισε στη δική του κοινωνία δημιούργησε έναν παράλογα οικείο νέο κόσμο. Η ανάγκη για σταθερότητα, η λατρεία για τη μηχανή και ο καταναλωτισμός, ως απότοκο του καπιταλισμού, υπήρξαν το έναυσμα, ώστε ο δημιουργός να μιλήσει μέσω του καινούριου του κόσμου για τον προκαθορισμό που συντελείται με ποικίλους τρόπους ήδη από την εποχή του. Στο παγκόσμιο κράτος που δημιουργεί, οι άνθρωποι αναπαράγονται τεχνητά σε κρατικά κέντρα επώασης. Πριν από τη γέννησή τους έχει ήδη προκαθοριστεί ο  χαρακτήρας, το επάγγελμα, ο ρόλος τους στην κοινωνία.

Στο πολυσυζητημένο 1984, το κόμμα —ο Μεγάλος Αδερφός— παρακολουθεί όλα του τα μέλη με κάμερες, ακόμα και μες στα σπίτια τους. Αν κάποιος προσπαθήσει να το αποφύγει, αυτό θεωρείται πράξη αξιόποινη που μπορεί να επιφέρει ακόμη και τον θάνατο. Ταυτόχρονα, το κόμμα περιορίζει τη γλώσσα επιχειρώντας έτσι να περιορίσει τη σκέψη των ανθρώπων, αφού «τα όρια του σύμπαντός μας ορίζονται από τα όρια του λεξιλογίου μας», όπως έχει πει ο Βιτγκενστάιν. Συγκεκριμένα, αφαιρούνται όροι και έννοιες από την καθομιλουμένη, ώστε η γλώσσα να αποτρέπει τη σύνθετη σκέψη και οποιαδήποτε ελπίδα ανατροπής της καθεστηκυίας τάξης.

Καταληκτικά, με όποια μορφή κι αν εκφράζεται, το  «μακρινό» παράλογο θα ενσαρκώνει πάντοτε το «εγγύτερο» λογικό.

Ελευθερία Ψαρουδάκη

ΠΗΓΕΣ:

Βούλα Κοκολάκη, «Το παράλογο ως ρωγμή ανάμεσα στον άνθρωπο και την ίδια τη ζωή του»

The Guardian, «Απόψεις, Όψεις»

Λίλα Κονομάρα, «Κλείστε τις οθόνες!»