Γράφει η Άννα Τσίγκανου.

Μακριά σου απόψε και οι λέξεις θυμούνται. Τα χέρια που τις έραψαν, τα χείλη που τις έσωσαν, τα βλέμματα που τις στερέωσαν. Θυμούνται τα δάκρυα που σκαρφάλωσαν, τις οπές που άνοιξαν στις σιωπές και τις κατάπιαν. Τις αγκαλιές που τις πρόφεραν, δεν ξεχνούν.

Μακριά σου απόψε και οι λέξεις κρυώνουν. Για σένα αν δεν μιλούν, πεθαμένες υπάρχουν, ανείπωτες διψούν. Σβήνουν και από την αρχή το τέλος τους γράφουν. Μόνο κοντά σου θέλησαν να γελούν. Ελπίδα. Λεπίδα αντεστραμμένη. Η ν-ίσως της αβεβαιότητας άλλο πια δεν την γεννά. Τέταρτο κύμα η τρικυμία άραγε προσδοκά;

Μακριά σου απόψε και οι λέξεις αδειάζουν. Φορτίο βαρύ ο θνησιγενής εαυτός τους. Κάποιες δεν πέθαναν ποτέ και κάποιες δεν τόλμησαν να υπάρξουν.  Ψυχή όμως από κοινού καταθέτουν. Ξεσκέπαστες ψάχνουν συλ-λαβή να πιαστούν, για εσένα ρωτώντας λευκή σελίδα στολίζουν. Με συναίσθημα γδύνονται, τη δική σου απουσία να ντύσουν.

Μακριά σου απόψε και οι λέξεις δεν κοιμούνται. Σε γραμμές σκοντάφτουν, διαστήματα και παύσεις. Σε περιγράμματα κορμιών που κάποτε περπάτησαν, απόψε εκεί έχουν κουρνιάσει. Καρτερικά προσμένουν το θάρρος της μοναξιάς τους. Μέχρι ξανά για σένα να μιλήσουν, η απόστροφος στο ‘‘Σ΄αγαπώ’’ σκανδάλη απασφαλισμένη.  Πρόσεξέ με. Απόψε αυτοκτονώ.

*Για τον υπέροχο άνθρωπο που στις λέξεις μου έμαθε να μιλούν και ποτέ δεν τις άφησε να κρυώνουν.

Άννα Τσίγκανου.