(ή αλλιώς, τα καλά τάημινγκ κάνουν και τις καλές σχέσεις)

Στα βάθη της ελληνικής μπορεί κανείς να ανακαλύψει θησαυρούς ετυμολογικής φύσεως, διαφωτίζοντας την καταγωγή ορισμένων λέξεων και συνδέοντας τες με ιδέες που ο σύγχρονος Έλλην δεν θα μπορούσε καν να φανταστεί. Ουκ ολίγες φορές έχουν υπάρξει στην προσωπική μου εμπειρία που η αντίληψη της γλώσσας μου άλλαξε ριζικά μετά από μια διόρθωση, ή διευκρίνιση φιλολόγου στο σχολείο. Παρόλα αυτά, ήταν μια από τις πιο διαβαστερές συμμαθήτριές μου στο λύκειο που έφερε ως κομμάτι της έρευνάς της (για ποιο αντικείμενο μου διαφεύγει), τον ορισμό της λέξης «ωραίος» που άλλαξε την αντίληψή μου για τη γλώσσα, αλλά και την ομορφιά.

Ο ωραίος λοιπόν, με την έννοια που χρησιμοποιείται στα νέα Ελληνικά, είναι ο καλός, ο όμορφος και τα συναφή. Τι γίνεται όμως με την ετυμολογία της λέξης ετούτης; Γιατί ο ωραίος είναι «ωραίος» και όχι απλώς «όμορφος», ή απλώς «καλός»;

Ο ωραίος, εξ ορισμού, είναι αυτός που καταφθάνει στην ώρα του.

Η προσθήκη ενός μικρού, ταπεινού γράμματος είναι αρκετή για να μας κάνει τη χώνεψη αυτής της πληροφορίας λίγο πιο ανεκτή: ωριαίος.

Ο ωριαίος λοιπόν είναι και ωραίος.

Και όχι, δεν εννοώ αυτόν που πάει με την ώρα – αν και αυτό πολλές φορές είναι το μόνο ωραίο χαρακτηριστικό ορισμένων (εξυπνακίστικο κλείσιμο ματιού).

Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, λοιπόν, είχαν καταφέρει χιλιάδες χρόνια πριν από τον κόσμο του ίντερνετ και της πολυπολιτισμικότητας, πριν από την εξάπλωση της Αγγλικής στα πληκτρολόγια και τον τρόπο ζωής μας, να χωρέσουν σε μια και μόνο λέξη τι εστί αυτό που εμείς οι τζεν-ζι λέμε «τάημινγκ».

Διότι, τι καλύτερο από αυτά που έρχονται ακριβώς όταν τα περιμένεις;

Πόσες και πόσες φορές δεν έχουμε φάει ερωτικό άκυρο επειδή «το τάημινγκ δεν ήταν σωστό»; Πόσες φορές δεν το έχουμε χρησιμοποιήσει, αυτό το ρημάδι το τάημινγκ, εμείς οι ίδιοι ως δικαιολογία για να αποφύγουμε λογιών λογιών δεσμεύσεις και αγγαρείες; Ακόμα κι όταν οι λόγοι της ερωτικής απόρριψης που τρως κατάμουτρα είναι ηλίου φαεινότερες, είναι δίχως αμφιβολία μια κάποια παρηγοριά να κουρνιάζεις στη ζεστασιά της δικαιολογίας του «κακού τάημινγκ» και να προστατεύεις το απωθημένο σου από την κρυάδα της αλήθειας. «Ε δεν ήταν σωστό το τάημινγκ, είχαμε άλλες προτεραιότητες», «ήταν καιρός να βάλει μπροστά τη δουλειά του», «την πέτυχα στη φάση που τελείωνε το πτυχίο της».

Φτάνοντας στο πανεπιστήμιο, σε μάθημα πάνω στο Θέατρο του Παραλόγου και της σημασίας του χρόνου σε έργα όπως του Σάμουελ Μπέκετ και του Ζαν Ζενέ, και όταν ο – γοητευτικότατος – καθηγητής ανέλυε τον τρόπο με τον οποίο η αντίληψη του χρόνου αλλάζει στις διαφορετικές γλώσσες (π.χ. οι Γάλλοι χρησιμοποιούν την ίδια λέξη για τον χρόνο αλλά και τον καιρό: le temps), ήταν η καταλληλότερη (ή η ωραιότερη!) στιγμή να αναφέρω την εγγύτητα της έννοιας του χρόνου με την έννοια της ομορφιάς στα Ελληνικά.

“Being beautiful, in Greek” του είπα, “means being on time – in time”

(«το να είσαι όμορφος, στα Ελληνικά» του είπα, «σημαίνει να είσαι στην ώρα σου – μέσα στη στιγμή»)

Για καλή μου τύχη, ο γοητευτικός καθηγητής άκουγε για πρώτη φορά αυτήν την πληροφορία, και ο ενθουσιασμός του μου προσέφερε μια αίσθηση περηφάνειας που κατάφερα κι εγώ να πω κάτι εξίσου γοητευτικό, αποδεικνύοντας και την ωραιότητα του να λέει κανείς τα πράγματα στην σωστή (και ωραία) στιγμή.

Σωστό τάημινγκ, εν ολίγοις, κι άγιος ο θεός.

Πάρτε τώρα κι εσείς την καλύτερη δικαιολογία για να ρίξετε χυλόπιτα, και όταν ο επίμονος θαυμαστής σας δεν λέει να καταλάβει για ποιο λόγο εσείς δεν απαντάτε στα ατέλειωτα ριακτ που έχει κάνει στα στόριζ του Ίνσταγκραμ, πετάξτε εκεί ένα «δεν φταις εσύ, δεν είναι ωρ(ι)αία η στιγμή που με πετυχαίνεις» και αφήστε τον να τα βγάλει πέρα μόνος. Όταν πάλι φάτε εσείς τη χυλόπιτα, δείτε το ως μια αφορμή για λίγη ποίηση στη ζωή σας, και χτυπήστε τον εαυτό σας στην πλάτη με μια ωριαία κίνηση συμπάθειας.