Όταν πια έρχεται εκείνη η δική μας ώρα της ημέρας, που ίσως χαλαρές και χαλαροί καθόμαστε σε μέρος άνετο και πιάνουμε το βιβλίο στα χέρια μας, είναι πολύ σύνηθες και φυσιολογικό να προσδοκούμε την ξεδίπλωση μιας ευκολοκατανόητης και δομημένης πλοκής, την παρουσίαση ολοκληρωμένων χαρακτήρων και την εξαγωγή σαφών νοημάτων. Αν μη τι άλλο, η αδυναμία εξαγωγής νοήματος είναι κάτι που θα μπορούσε να μας προκαλέσει δυσφορία, μέχρι και εκνευρισμό. Ποιο είναι τέλος πάντων αυτό το μήνυμα; πού το πάει;

Σύμφωνα με τον κριτικό λογοτεχνίας Roland Barthes τα έργα αυτά τα ευκολοχώνευτα είναι αυτά που ο ίδιος ονομάζει lisible (αναγνώσιμα), τα οποία χρησιμοποιώντας τους συμβατικούς ρεαλιστικούς τρόπους γραφής προσφέρουν ένα είδος ευχαρίστησης στον αναγνώστη, με τον ομαλό και γραμμικό συχνά τρόπο που κυλούν. Ωστόσο το κείμενο που μας απασχολεί ανήκει σε μια άλλη κατηγορία, αυτήν των scriptible (συγγράψιμα) κειμένων, τα οποία ξεπερνώντας και ανατρέποντας τις δεδομένες συμβάσεις (την αληθοφάνεια, τη χρονική ακολουθία), εναποθέτουν την εξαγωγή νοήματος στην ενεργή συμμετοχή του αποδέκτη που αξιοποιώντας το προσωπικό του απόθεμα βιωμάτων και αναγνωσμάτων θα βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.

Μπορώ να πω πως όταν πρωτοδιάβασα το Θέλετε να χορέψομε Μαρία; (1940) ήδη από τις πρώτες σελίδες ένιωσα μεγάλη αμηχανία. Όμως η συντομία του κειμένου μου επέτρεψε να το διαβάσω ψύχραιμα σε λίγες ώρες και τελικά να πάρω την απόφαση να παραιτηθώ από την επίμονη προσπάθεια να βγάλω άκρη (για τι πράγμα μιλάει; πώς συνδέονται όλα αυτά; γιατί;). Έτσι επικεντρώθηκα στη «σωματική ηδονή» (πάλι κατά Barthes) που μου προσέφερε η υποβολή και η γοητεία της ποιητικής πρόζας.

Η νουβέλα αυτή αποτελεί ένα από τα πρώιμα έργα της Μέλπους Αξιώτη, που μαζί με τις Δύσκολες Νύχτες, αλλά και τις όχι τόσο αναγνωρισμένες ποιητικές της συλλογές (Σύμπτωση, Κοντραμπάντο, Θαλασσινά) αποτελούν τις πρώτες δοκιμές της συγγραφέα με μια νεωτερική (προς σουρεαλιστική) γραφή. Ένα εγχείρημα το οποίο τελικά άφησε κατά την είσοδό της στην αριστερά, όταν δηλαδή αφιερώθηκε στη συγγραφή διδακτικών, ιδεολογικών χρονικών και μυθιστορημάτων. Το νήμα βέβαια των πρώτων έργων της ξαναπιάνει αργότερα, επαναφέροντας μορφές και θέματα που είχε ήδη προετοιμάσει στο λογοτεχνικό της παρελθόν.

Διαβάζοντας τον τίτλο του έργου περιμένω να συναντήσω μια Μαρία. Ωστόσο ο φακός αποκαλύπτει την Άννα την ώρα που κοιτάει τα παπούτσια της και συλλογιέται «σε ποια μεριά της γης να βρίσκουνται άραγε τα σπουδαία πράγματα…». Από την Άννα μεταπηδάμε στον Γιάννη με το γυάλινο μάτι, που από την ύπαιθρο έρχεται στην πόλη για να σπουδάσει. Από τον Γιάννη πάμε στην Μάρθα, συμμαθήτρια της Άννας, και τη μητέρα της την κυρία Θαλή, που λησμονεί μια εποχή που το σπίτι της ήταν πιο ζωντανό. Ο χρόνος, ασαφής σαν σε παραμύθι, κυλάει κυκλικά. Η πλοκή δε θα μπορούσε να διαρθρωθεί με τρόπο συνεχή, όπως και τα πρόσωπα, που παρουσιάζονται αποσπασματικά, συχνά μέσα από (μικρο)αντικείμενα-φορείς ιστορίας και μνήμης: το Σπίτι, ένας ζωντανός οργανισμός, με την αρχή και το τέλος του, είναι για την κυρία Θαλή η πατρίδα, μέσω του Σπιτιού προσπαθεί να κρατηθεί από το παρελθόν. Η ίδια η κυρία Θαλή, αποτελεί μέλος από τον «θίασο» γυναικείων μορφών που κυριαρχούν σε όλο το έργο της Αξιώτη. Γυναίκες γνώστριες της μονότονης μοίρας τους που εκφράζουν την μοναξιά τους και επιχειρούν ταξίδι στις μνήμες του παρελθόντος.  

«Έζησε μόνη η κυρία Θαλή μέσα στο σπίτι με τα αγάλματα της περασμένης ευτυχίας, κι έτσι και τώρα ο ύπνος την έπαιρνε ολομόναχη στην ψαθωτή καρέκλα, και η μοναξιά έτριβε τα χέρια της, και οι κατσαρίδες δίπλα της μες στα ντουλάπια και τις ρεχαμάδες με τόση πολύ μεγάλη ευκολία γεννούσανε, που ήτανε σαν να κατουρούνε».

Μια γενική αίσθηση νοσταλγίας κυριαρχεί στο κείμενο. Ίσως για την κυρία Θαλή, η νοσταλγία του παλιού καιρού και των παραδόσεων, ίσως για τον Γιάννη η νοσταλγία της υπαίθρου, την οποία θυμάται όσο προσπαθεί να διατηρήσει την αγνότητά του απέναντι στις αστικές «απειλές». Από μικρός μεγάλωσε με την αγάπη για τη φύση και έβλεπε τους ανθρώπους να προσεύχονται με δέος στη γη:

«- μη μας ξεραίνεις το ψωμί μας- λέγανε

-δώσε μας την καρδιά μας πίσω

-κάνε να πούνε οι άνθρωποι ένα τραγούδι σε όλη τη γη

-βοήθα να καταλάβομε

[…]

-μας είπανε ότι πίσω από τα σύννεφα δεν έχει τίποτα

-κάνε να υπάρχουν πίσω από τα σύννεφα κι άλλοι καλικάντζαροι σαν κι εμάς, και τον Απρίλη να τους συναντήσουμε.

-κάνε να συναντήσομε και τη Μαρία μας

-η Μαρία μας θα φωτίσει, ανάβοντας όλες τις λάμπες του ουρανού, εκείνο το κρυφό, ιδιαίτερο μυστικό της ζωής μας

[…]»

Ποια είναι όμως αυτή η Μαρία; Δεν υφίσταται ως πραγματικό πρόσωπο παρά μόνο ως κάτι το ιδανικό. Μπορεί για την κυρία Θαλή να είναι το πατρικό της σπίτι, ενώ για τον Γιάννη, η ιδανική γυναίκα την οποία περιμένει να τοποθετήσει στον θρόνο του. Και αυτή θα είναι η Άννα, που αφήνοντας πίσω την οικογένειά της με τις μη ιδιαίτερες συνήθειες τους, έρχεται ξαφνικά μια μέρα στο σπίτι του Γιάννη «σαν να ετοιμαζόταν όλη τη ζωή, μέχρι σήμερα».

Πάντως ακόμα κι αν έχουμε αρχίσει να υποψιαζόμαστε τη σημασία της Μαρίας, ο τίτλος εξακολουθεί να μας παραξενεύει. Το τέλος του επιλόγου θα μπορούσε να μας δώσει μια απάντηση:

«Και ίσως θα χρειαστεί εμείς τώρα να ξαναπλάσομε μια παιδική καρδιά, για να μπορούμε να διαβάσομε»

Σε αυτό ακριβώς το σημείο η Μέλπω Αξιώτη, κοιτώντας σε απευθείας στα μάτια κάνει έναν αυτοαναφορικό σχολιασμό και σε προσκαλεί να διαβάσεις με αθώο βλέμμα και ανοιχτή καρδιά, να μυρίσεις, να αγγίξεις, να δοκιμάσεις τις σελίδες του βιβλίου με την ίδια ορμή που έχουν οι λέξεις, να δεις την ποίηση, το παραμύθι, να ερωτευτείς. Μια ερώτηση που σε παίρνει από το χέρι και αφού σε κάνει μια στροφή σε αφήνει ελεύθερη να ψάξεις.

«Γιατί θα μείνουν βέβαια πολλοί πιστοί στην απογεματινή εφημερίδα τους, και θα ’ναι αυτό το μόνο τριαντάφυλλο που θα τους χάρισε η ζωή. Όμως, μέσα σ’ ένα μικρό ντουλάπι της ζωής, πάντα, θα ζούνε άνθρωποι, ψάχνοντας, που θα βρίσκουνε τη ΜΑΡΙΑ τους»

Τελικά, όσο δύσκολη κι αν φαίνεται στην αρχή η διαδικασία να κατανοήσεις πλήρως ένα τέτοιο συνειρμικό κείμενο, σύντομα καταλαβαίνεις ότι δεν είναι απαραίτητα αυτός ο σκοπός. Αυτό που μου μένει είναι η αντίδραση του σώματός μου στη γραφή και τις εικόνες, αυτή η αίσθηση όταν ξυπνώ από τρελό όνειρο που δεν καταλαβαίνω ακριβώς, αλλά θυμάμαι τη γεύση του.

Αγαθή Νικολαΐδου

Βιβλιογραφία: Μαίρη Μικέ. (1996). Μέλπω Αξιώτη: Κριτικές Περιπλανήσεις. Αθήνα: Κέδρος