Μια σύντομη απάντηση με αφορμή το ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη “Θα ‘ρθει μια μέρα”

Το πρωτότυπο:

Θά ʽρθει μια μέρα που δε θα ʽχουμε πια τί να πούμε
Θα καθόμαστε απέναντι και θα κοιταζόμαστε στα μάτια
Η σιωπή μου θα λέει: Πόσο είσαι όμορφη, μα δε βρίσκω άλλο τρόπο να σʼ το πω
Θα ταξιδέψουμε κάπου, έτσι από ανία ή για να πούμε πως κι εμείς ταξιδέψαμε.

Ο κόσμος ψάχνει σʼ όλη του τη ζωή να βρει τουλάχιστο τον έρωτα, μα δε βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνά πως η ζωή μας είναι τόσο μικρή που δεν αξίζει καν να την αρχίσει κανείς.
Απʼ την Αθήνα θα πάω στο Μοντεβίδεο ίσως και στη Σαγκάη·
είναι κάτι κι αυτό δεν μπορείς να το αμφισβητήσεις.

Καπνίσαμε —θυμήσου— ατέλειωτα τσιγάρα συζητώντας ένα βράδυ
—Ξεχνώ πάνω σε τί— κι είναι κρίμα γιατί ήταν τόσο μα τόσο ενδιαφέρον.

Μια μέρα, ας ήτανε, να φύγω μακριά σου αλλά κι εκεί θά ʼρθεις και θα με ζητήσεις
Δεν μπορεί, Θε μου, να φύγει κανείς ποτέ μοναχός του.
……………………………………………………
Τον πρώτο Μάρτη, στον πόλεμο, γνώρισα έναν Εγγλέζο θερμαστή
Που μου διηγήθηκεν ολόκληρη την ιστορία του Σαμ Ντέυλαν
«Είναι αργά» μου είπε κάποτε «θα ʼπρεπε πια να πηγαίνουμε
Μα δεν είναι ανάγκη επιτέλους να κλαίτε τόσο πολύ για έναν άνθρωπο που σκοτώθηκε.
Πέθανε στην αγκαλιά μου και ψιθύριζε ένα γυναικείο όνομα
Είναι πολύ γελοίο να πεθαίνεις και να ψιθυρίζεις ένα γυναικείο όνομα».
Το μούτρο του άσπριζε παράξενα. Ύστερα δεν τον ξαναείδα.

Η απάντηση:

Ήρθε, λοιπόν, η μέρα ποιητή της ήττας
που ξεκινάς έναν σκοπό -θα έλεγες- και ερωτικό.
Που πια δεν θέλησες να στρατευτείς σε κανέναν αγώνα,
το όπλο και την πένα σου στην άκρη αφήνεις
και υποτάσσεσαι, έξω από το κλίμα της εποχής σου.
Ο έρωτας -λες- και η γυναίκα
(πράγματα γελοία άλλοτε και ανύπαρκτα)
-λες- πως έρχονται πάντοτε στο τέλος σου.

Πως έγινε και δεν μπόρεσες να βρεις τον έρωτα
ανάμεσα στα τόσα λιωμένα αποτσίγαρα
που είχαν πάνω το σημάδι από το κραγιόν της,
στα λόγια που έβγαιναν δειλά απ’ τους καπνούς,
στα ταξίδια που κάναμε για να κάνουμε,
σε εκείνο το όνομα που συλλάβιζες μονάχα όταν χανόσουν
και πάντοτε έτρωγες λιγάκι το -ρ
να ακούγεται η γυναίκα σαν τραγούδι.

Δεν ξεγελιέμαι πως ξεχνάς ποιητή της ήττας,
ούτε πως έχασες τα λόγια σου.
Μακρύτερα και απ’ το Μοντεβιδέο
Θα είσαι πάντοτε εκείνος που πότε τρυφερά
Και πότε απαρατήρητα θα τραγουδάς εκείνη.

Και αν εσύ μπορούσες να απαντήσεις στο αγαπημένο σου ποίημα με μερικούς στίχους, ποιο θα διάλεγες;