Ντρέπομαι να κοιτάζω πια τα μάτια μου

Αλήτεψαν. Δεν πλένονται.

Δεν αντικρύζουνε καθρέφτη,

Σ’ ακολουθάνε.

Σα χέρια σφίγγουνε τη μέσα σου.

Κυλάνε στους μηρούς, στα στήθια,

Λάμπουνε πάνω απ’ το κρυφό σου το χορτάρι.

Τα βράδυα φεύγουνε μακριά και ξενυχτάνε,

Τυραγνισμένα από καπνούς τσιγάρων.