«Αρχίζω με το σ’ αγαπώ και
με αυτό σκοπεύω να τελειώσω.

Που λες περάσαμε πολλά.

Πολλές φορές αυτή η
φλόγα της καρδιάς
λύγισε απ’την ορμή των γεγονότων
που έφερναν οι άγνωστοι
καινούργιοι καιροί με τα άγνωστα
καινούργια αντικείμενα, συνθήματα,
αισθήματα, πρόσωπα.

Που λες γυρίζω πια
από σπίτι σε σπίτι
λίγο καπνό απ’ τα
περασμένα να πάρω
να φυλάξω

μα όλος έχει κουρνιάσει
μόνιμα και νοτίζει το
μοναχικό μου πια μαξιλάρι.

Το σκληρό, έτσι όπως έχει γίνει
αφού δεν αγγίζει πια στο δικό σου.

Αγρυπνώ ζαλισμένος
απ’τις ενθυμήσεις.
Είμαι μια σιωπηλή
θάλασσα στο στενό δωμάτιο
που είναι ο κόσμος μου τώρα.

Χτες το σώμα μου ένιωσα λες και ήτανε ακτή που πάνω της ξεβράζονταν αρμυροφαγωμένοι ναυαγοί που ναυαγούσαν για τις αμαρτίες μου.

Δεν προσμένω πια. Τίποτε.

[…]

κι όταν χτυπάει μεσάνυχτα
κι όταν ακούγεται ο τελευταίος
ασπασμός μιας πόρτας πίσω μας

κι όταν πρέπει να υπομείνουμε πολύ
κι όταν χρειάζεται τα δικά μας παράθυρα να ανοίγουμε

κι όταν καθόλου δεν ξεκουράζεται
αυτό το σ’ αγαπώ

ολοένα, διαρκώς,

ανάμεσα στους δαίμονες
και στα θαύματα –

συνέχεια… Σε αγαπώ.

Ας κρατηθεί ενός λεπτού σιγή
για τις μοναξιές που σιγοζούνε
ένα τέτοιο βράδυ δίπλα σου.

Ας κρατηθεί ένα λεπτό αφάγωτο
και άπιωτο για τα κενά σπίτια,
για τον κενό χρόνο, τις κενές αγκαλιές, τα κενά πιάτα, το κενό ποτήρι, το κενό μυαλό…»

Θ. Ανεστόπουλος | Αρχίζω με το σ’ αγαπώ