Το 1973 (δύο χρόνια πριν το θάνατό του) ο Νίκος Καββαδίας, σε μια παρουσίαση του έργου του από τον Καθηγητή Μ. Μητσάκη στο Λογοτεχνικό Εργαστήρι του Σπουδαστηρίου Νεώτερης Ελληνικής Φιλολογίας του ΑΠΘ, γνώρισε τη φιλόλογο Θεανώ Σουνά. Ο ποιητής που ήταν στα εξήντα τρία του χρόνια, ερωτεύτηκε τη νεαρή φιλόλογο, η οποία τότε ήταν μόλις είκοσι πέντε ετών. Ο έρωτάς του, δεν είχε καμία προοπτική, ωστόσο αυτή η σκέψη δεν τον εμπόδιζε από το να της στείλει μια σειρά ερωτικών γραμμάτων. Στο γράμμα που ακολουθεί υπογράφει ως «Κόλιας» (έτσι τον έλεγαν, άλλωστε, οι φίλοι και γνωστοί):


Κοριτσάκι μου, Θαλασσωμένο απόψε το Αιγαίο. Το ίδιο κι εγώ.

Χθες δεν πρόλαβα να καθίσω στο τραπέζι κι ένα τηλέφωνο με κατέβασε στο λιμάνι. Στις εφτά που σαλπάραμε, δεν μπορούσα να περπατήσω από την κούραση. Η παρηγοριά μου ήταν η «ώρα» σου. Η λύπη μου ότι δεν κυβέρνησα ούτε στιγμή το καταπληκτικό Θαλασσινό σκαρί, το κορμί σου.

Από δειλία και ατζαμοσύνη σήκωσα το κόκκινο σινιάλο της Ακυβερνησίας. Είδα χθες, πολλές φορές την κοπέλα της πλώρης: Τη λυσίκομη φιγούρα να σκοτεινιάζει, να θέλει να κλάψει.

Σα να ‘χε πιστέψει για πρώτη φορά ότι πέθανε, ο Μεγαλέξανδρος, όμως το Καρχηδόνιο επίχρισμά του έμενε το ίδιο λαμπρό. Με το αυτοκρατορικό κάλυμμά του. Κόκκινο της Πομπηίας.
Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός.
Βελούδο που σκεπάζει ιερό δισκοπότηρο.
Όστρακο ωκεάνιο αλμυρό.
Κρασί βαθυκόκκινο που δίνει δόξα στο κρύσταλλο. Πληγή από κοπίδι κινέζικο.
Αστραπή. Βυσσινί ηλιοβασίλεμα.

Λαμπάδα της πίστης μου. Ανοιχτό σημάδι του έρωτά μου.
Όνειρο και τροφή της παραφροσύνης μου.

Σε αγκαλιάζω.
Κόλιας”