Έπειτα έφτασε εκείνη η φωνή από το τηλέφωνο απόμακρη, κυμαινόμενη
σε ανεμοδαρμένες ακτές,
κι άκουσα τη δική μου φωνή
να αντιλαλεί μες στη δική της,
να της ανήκει σαν τις συλλαβές
που επιστρέφουν την πνοή τους
στη θάλασσα.

Έπειτα εκείνη άλλαξε βλέμμα κι έγινε σκότος,
το βραδινό αεράκι έβαψε γαλάζιους τους δρόμους, σκορπισμένο από τζάμι σε τζάμι έδωσε βάρος στους διαβάτες, στο σκοτάδι της γης·
η σκιά των ματιών της
εξαπλώθηκε σαν τα μεγάλα κύματα
που σβήνουν μακριά τον αφρό τους,
και σκεπάζουν τρυφερά την πληγωμένη θάλασσα.

“Πού είσαι, τι πράγματα σε περιστοιχίζουν, καθώς μιλάς, τι κοιτάζουν τα μάτια σου, τώρα;”

Κι εγώ αισθάνθηκα να χάνω τις δυνάμεις μου
σ’ αυτή την ερώτηση,
καθώς με κοιτούσε καθαρή φωνή,
κι απορροφημένος στα απόντα μάτια σ’ εκείνο τον τόπο που ερήμωσε ξαφνικά μετανάστευσαν οι σκιές ανάμεσα σε πάγκους και πυλώνες

βρέθηκα αμέσως
στην αγαπημένη θάλασσα·
εδώ ήμουν και στέκομαι,
αυτή είναι η σκηνή,
από την άλλη πλευρά του σύρματος δίπλα στην άλλη φωνή,
ζωή μες στη δική της ζωή,
φωνή, πρόσωπο, μορφή.