Από την ποιητική συλλογή «Αύριο, στάχυα οι λέξεις, εκδόσεις Φίλντισι)

Στα σταυροδρόμια φέγγει ο Αύγουστος

Έργο του ζωγράφου Ρουσσέτου Παναγιωτάκη

Ένα σύννεφο είχαν αδράξει τα χέρια

κι ένα βλέφαρο φως

ήταν καινούργιος ο ουρανός, χτες,

πάνω από τα εύθραυστα της ψυχής

σήμερα πάλιωσε, με τη συνήθεια

το ίδιο και η προσευχή

πολυκαιρισμένα λόγια 

κρυμμένα σε ραφές 

και στο μαύρο σου πουκάμισο.

 

Αύριο, θα σου μιλήσω για το φεγγάρι

αυτό το δικό μου,

όταν ο χρόνος 

θα ’χει το χρώμα των ματιών σου,

ώρα που μοιράζει ο ορίζοντας ξενιτιές

μυρίζουν τα γιασεμιά της θύμησης

κάτω από την ανυπομονησία των άστρων.

 

Η νοσταλγία ξυπνά

έξω και μέσα μου, λέξεις τρυφερές

να σε αγναντεύω μοναξιά

να σε ακούω 

αγάπη, μέσα από κογχύλι θαλασσινό

στα κεντημένα φύλλα της μυρτιάς

και σε καλοκαιριών φωνές.

 

Στα σταυροδρόμια φέγγει ο Αύγουστος.

Tώρα ξέρεις 

γιατί οι καιροί πρέπει να χωρέσουν στον χρόνο

όταν σε περικυκλώνει από παντού

τούτη η πανσέληνος

και τα θολωτά παράθυρα γεμίζουν χελιδόνια,

στον Αχέροντα βάρκα άσπρη

και βαρκάρης ο έρωτας.

 

Γλίστρησε η άμμος μέσ’ απ’ τα δάχτυλα

λίγα βότσαλα κράτησα για ενθύμιο

περιμένοντας μια βροχή,

να μου διηγηθεί απ’ την αρχή το παραμύθι.

Τυφλή η καρδιά

τυφλή και η μοίρα

πάνω απ’ την έρημο θα σηκώσει,

Αύριο, τα πέπλα και τα μυστικά η αυγή

πριν μεγαλώσει κι άλλο η απόσταση

από χείλη, σε χείλη

κι από φιλί, σε φιλί.

 

Σε θέλει η ανάγκη 

περισσότερο απ’ το πάθος

κλαις, σημάδια της αφής στο πρόσωπο

που μόνο εσύ γνωρίζεις να διαβάζεις

μπροστά σε καθρέφτες της λήθης,

μα εκεί, ποτέ 

δεν θ’ ανατείλει το φεγγάρι.

Αύριο, νυχτώνει φθινόπωρο

Αύριο, θα σου μιλήσω 

για το δικό μου Αυγουστιάτικο φεγγάρι…


Στου Αυγούστου, τ’ άγια βράδια

Σκιά του ανέμου,

δίπλα μου σε νιώθω, σ’ αναπνέω

με προσπερνάς δε νοιάζεσαι

σ’ αφήνω πίσω, κλαις

στη μοναξιά μου,

άσπρο χαρτί τα χρόνια όλα καίω

ξορκίζω τ’ άστρο του έρωτα

μ’ ευχές και προσευχές.

Στην έρημο, φεγγοβολούν 

τα μάτια σου φεγγάρια

έρχομαι, φεύγεις πάντα αυγή,

ποτέ δεν προλαβαίνω

έχασα άλλη μια φορά

το όνειρο στα ζάρια

και σ’ άγιο δισκοπότηρο

πια δεν μεταλαβαίνω.

 

Λύπη μου φέρνει

ο σταθμός στου δειλινού το χρώμα

σοκάκι κι άσπρο γιασεμί

της λήθης τρέχει η βρύση

Αύριο… 

Ντυμένη ουρανό

τόσο μακριά απ’ το χώμα

δάκρυ και φως στα μάτια σου

το μέλι να τρυγήσει.

 

Στην Πλάκα η μνήμη

με γυρνά, στου Αυγούστου 

τ’ άγια βράδια,

η ξεχασμένη μου ζωή

όρκοι, φιλιά και χάδια

σαν χάντρες του κομπολογιού

στο πάτωμα σπασμένες

μάγισσες νύχτες που γυρνούν

τη μέρα προδομένες.


Στο ηλιόφρυδο τ’ Αυγούστου

Ανέμη του παλιού καιρού

η μνήμη και γυρίζει,

στ’ απόβραδα, στα μάτια σου

που έλιωναν φεγγάρια,

εκεί που ακόμη γιασεμί

στη σκέψη σου ανθίζει

κι ύστερα σκόνη και καπνός

στου κόσμου τα παζάρια.

 

Αλήθεια, πόσα πίστεψα

της νιότης παραμύθια,

για μια ψυχή κρεμάστηκα

στο ηλιόφρυδο τ’ Αυγούστου

και τώρα δες πως καίγομαι

απ’ την παλιά συνήθεια,

να μην με πνίγουν οι βροχές

μα οι μυρωδιές του μούστου.

 

Πως πέρασα απ’ τα χέρια σου

νερό, διάφανες στάλες

πως τη ζωή μου ξόδεψα,

φιλιά στη ζητιανιά,

κεχριμπαρένιες ποιες στιγμές,

μου ’ταζες θα ’ρθουν κι άλλες

μα έγινε αγρύπνια τ’ όνειρο

βάρκα χωρίς πανιά.

 

Αλήθεια, πόσα πίστεψα

του πόθου τα λουλούδια

καίει κρυφό παράπονο

στ’ Αυγούστου τις φωτιές

ένας καημός στο Ρέθυμνο

της Κυριακής τραγούδια

κι ένα σου γέλιο στα Χανιά,

στην Πάργα ξενιτιές..

 

Κρατώ μια πίκρα αμίλητη

στου ήλιου το πανηγύρι,

μελάνια η μοίρα σκόρπισε

ξημέρωσε, μα ο νους

κι αν ρόδισε η ανατολή

για ένα σου χατίρι,

μέθυσε η νύχτα, την αυγή

σε άλλους ουρανούς.

 

 

Γύρισε, μα να μη σταθείς

στης λήθης το καρνάγιο

ο ίσκιος απ’ το φεγγάρι σου

σ’ άλλο στενό σωπαίνει

μενεξεδένια ντύθηκε

μια θλίψη στο μουράγιο

και απ’ τον όρκο τον παλιό

καινούργια αγάπη υφαίνει.

 

Σκόρπια, τριμμένα ψέματα

και ξεγραμμένα λόγια,

όλα, στην κόψη του γκρεμού

στου φεγγαριού το φρύδι,

τον Αύγουστο ξαναγυρνούν

απ’ της καρδιάς τα υπόγεια

ξενιτεμένα όνειρα

στο χέρι δαχτυλίδι.


Το γιασεμί του Αυγούστου

Σύννεφο κι άνεμος,

γέρνει η σκέψη στο χτες

πετρωμένο κοχύλι στο βράχο.

Με το αίμα τσιγγάνας καρδιάς

στο αλάτι της γης

πάλι απόψε, 

σαν παλιά νυχτωμένη, ερωμένη,

στο Κάστρο, σού γράφω.

Στην αλμύρα ξεπλένω

το πικρό το παράπονο

κι απ’ τον φόβο μου, στάζει,

λίγο-λίγο η ψυχή 

στη ρηχή εποχή.

Του καιρού μαχαιριά,

του αγγέλου φιλιά,

μεθυσμένος ο ήλιος

στο δικό σου το βλέμμα

πόσα κρύβει το ψέμα,

όταν, όπως τότε χαράζει.

Δυνατά τα αδύνατα,

με τα χέρια ανοικτά

σε κρατούν, τα παλιά,

στα κρυμμένα ενθύμια

άστρα η νύχτα διαβάζει.

Ανεβαίνω σκαλιά,

του Αυγούστου αγκαλιά

σκουριά και πολύτιμη μνήμη.

Κ ι όμως τώρα, ξανά,

στην πλατεία γιορτάζει

στ’ άγγιγμά σου το ασήμι.

 

Δάκρυ που κύλησε,

μα δεν με φίλησε.

Τιμωρημένη εδώ θα ζω,

πίσω απ’ τον χρόνο μόνη,

ό,τι αφήνω με κρατά

κι ό,τι κρατώ, δεν είναι.

Γυρεύω λέξεις του θεού

σε τοξωτά γεφύρια

μα έχουν στερέψει τα νερά.

Στην απουσία το άρωμα

και στ’ άρωμα, το αγκάθι.

Στο γέρμα του καλοκαιριού

χάθηκα, ξαναχάθηκα

κι ας ήταν ίδιοι οι δρόμοι,

πρώτη, μα και στερνή φορά.

Στης Όστριας τη σκόνη

ξόδεψε πείσμα κι όνειρο

για να γλιτώσει από το φως

κι όλο της, το λιτάνεψε

κόκκινη ανεμώνη.

Το ίδιο πάλι θα σού πω, 

αξόδευτη η αγάπη.

Τα άστεγα, του έρωτα

στο θέατρο του κόσμου

ένας λυγμός που έσβησε

πριν γίνεις, καν δικός μου.

 

Έχω κρατήσει μια ρωγμή

σ’ αγέλαστο φεγγάρι

να μην πεθάνουν οι στιγμές

να βρουν φωνή οι ίσκιοι.

Χάντρα το πρώτο σ’ αγαπώ

θαλασσινή πυξίδα,

πριν ξαναζήσει ο έρωτας,

θέλω την καταιγίδα.

Ένα ναυάγιο, στου βυθού

τον φώσφορο σπασμένο,

στην Κέρκυρα ψιλή βροχή

γράμμα κιτρινισμένο.

 

Να συλλαβίσει η θέληση,

τα αθέλητα της Μοίρας,

να χαμηλώσει τ’ άσπλαχνο

το φως, στο Φαληράκι.

Ν’ αφήσεις στο παράθυρο

τον πρώτο στοχασμό σου

και στο καντούνι το στενό

το γιασεμί του Αυγούστου,

να φέγγει στο πλακόστρωτο.

Αύριο, μ’ εκδικείσαι.

Το πάθος και το πείσμα μου.

Περάσματα δεν έχει.


Του Αυγούστου…

σ’ αφανέρωτο βυθό, μαρμαρυγή

Αύριο … θα φύγω

νιώθω αυγή,

έρχεσαι να προλάβεις,

μα θα ’ναι νύχτα σκοτεινή

η νύχτα η τελευταία

σε ποιο άγιο δισκοπότηρο,

ψυχή θα μεταλάβεις

τόσο γυμνή, τόσο φτωχή

τόσο γλυκιά κι ωραία.

Μοιάζει με πράξη αφαίρεσης

του έρωτα η πορεία

καθρέφτης βενετσιάνικος

που ράγισε στα δύο

τρέχουμε άλλη διαδρομή

πάνω στην ίδια ευθεία

αναζητώντας στ’ όνειρο

ένα κοινό σημείο.

Εικόνα μου άγια,

προσευχή,

τ’ άσπρα μαλλιά μου, λύνω,

στη σκέψη μου, η σκέψη σου,

αμόλυντη πηγή,

της νιότης μου μια θύμηση,

εσένα μόνο αφήνω,

Του Αυγούστου…

σ’ αφανέρωτο βυθό, μαρμαρυγή.