«Όταν ήμουν 26 ετών έπαθα πάρεση. Ήταν η μέρα που εκτέλεσαν τον Νίκο Μπελογιάννη και τον Δημήτρη Μπάτση. Όταν το έμαθα, πάγωσα. Δεν ήταν λύπη, ήταν κάτι παραπάνω. Σοκ…

Καταλάβαινα πως δεν θα άντεχα, κάτι θα μου συνέβαινε. Σκέφτηκα αμέσως: ”Μετά από αυτήν την τραγωδία, μετά από τόση θλίψη, δεν είναι δυνατόν να εξακολουθήσω
να είμαι η ίδια. Κάπου θα βγω αλλαγμένη.

Αλλά δεν πίστευα πως θα αντιδρούσε έτσι ο οργανισμός μου. Κι όμως. Ως το βράδυ είχα παραλύσει. Το μισό μου πρόσωπο ήταν τελείως παράλυτο. Μου κράτησε έξι εβδομάδες. Ήμουν πολύ νέα, έκανα ηλεκτροσόκ. Δεν είναι δύσκολο να φύγει η πάρεση όταν είσαι νέος, όπως επίσης είναι σπάνιο να την πάθεις σε μικρή ηλικία. Αλλά εκείνες τις έξι εβδομάδες δεν μιλούσα καθόλου, έτρεχαν τα σάλια μου. Το στόμα μου είχε πάει εκεί.. Ως τώρα δεν έχει έρθει εντελώς στη θέση του.

Τον Μπάτση τον ήξερα προσωπικά, ήταν φίλος του Μάριου (Πλωρίτη). Το προηγούμενο Πάσχα, είχαμε πάει μαζί στον Πόρο. Είχε κοντά του και την κόρη του, την Ελενίτσα. Έτσι συνδεθήκαμε.

Το θέμα της εκτέλεσης δεν μπορούσα να το συλλάβω. Δεν μπορούσα να συλλάβω
το ”εν ψυχρώ”. Σε πιάνω, σε στήνω, σε σκοτώνω. Ήταν πέρα από τις δυνατότητές μου. Είχα ζήσει ήδη τις μέρες των ανώμαλων καταστάσεων, αλλά αυτό..! Άγριο πράγμα. Και οργανωμένο από το κράτος, ε;»

Έλλη Λαμπέτη
Απόσπασμα από το βιβλίο: Έλλη Λαμπέτη:
Η Τελευταία Παράσταση, Μια Προσωπική Αφήγηση