📸: Affeldt Mark

Στο σημείο το ίδιο σαν σταματημένοι που οι στεριές αργούσαν να φανούν

«Νόμισες εσύ σταμάτησες άλλ’ οι άλλοι που μάκρυναν αυτοί σε
ακινητούν» έλεγε διορθώνοντας τη σκέψη μου ο πατέρας

Και τα λόγια του ένα ένα στο τετράδιο με τις πεταλούδες κάρφωνα

Μ’ άλλα λόγια που άρπαζε από το καλάθι των σοφών ο αέρας ή
απ’ της γύφτισσας το στόμα (είχε κάνει χρόνους όρνεο και κατέβαζε
γνώση απ’ τα βουνά)

Πολλά δίχως ειρμό σαν από κάποιο ποίημα σχισμένο
παραδείγματος χάριν «Το νερό που ‘σπασε η τρυγόνα κι ομόρφυνε η πληγή μου»
ή «τίποτα να μην έχω εγώ μονάχα εσένα»

Κι ό,τι άρχιζα να σκέφτομαι μου το συνέχιζε ο αέρας και πολλές
φορές μου το ‘παιρναν τα ιστιοφόρα με σωρούς καρπούζια και άλλα οπωρικά

Στο επάνω καμαράκι με τον στρογγυλό φεγγίτη

Ολοένα η γύφτισσα έψαχνε μες στο φλιτζάνι του καφέ
κι ολοένα σκυφτοί πάνω από χάρτες παλαιούς κι εξάντες συζητούσανε
οι εφτά σοφοί του κόσμου: ο Θαλής ο Μιλήσιος
ο Ιμπν Αλ Μανσούρ ο Συμεών ο νέος Θεολόγος ο Παράκελσος ο Χάρντενμπεργκ
ο Γιώργης ο ψαράς κι ο Αντρέας Μπρετόν

Όλο δεξιά, Απόσπασμα από το έργο του Οδυσσέα Ελύτη «Το φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά», Εκδόσεις Ίκαρος