📸: Ελένη Κόντη
«Έντμοντ: […] Και γω να κρέμομαι στο οριζόντιο δοκάρι του πλοίου που προεξέχει, ξαπλωμένος με το πρόσωπο προς την πρύμνη. Το νερό να αφρίζει ακριβώς από κάτω μου, τα ιστία μαζί με τα πανιά κατάλευκα στο σεληνόφως, να ορθώνονται από πάνω μου. Εκείνη τη στιγμή μέθυσα από την ομορφιά και τον κελαρυστό ρυθμό της στιγμής και για λίγο έχασα τον εαυτό μου – στην πραγματικότητα έχασα τη ζωή μου. Και ελευθερώθηκα. Διασκορπίστηκα μέσα στη θάλασσα. Έγινα λευκά πανιά, αφρισμένο νερό, έγινα ομορφιά και ρυθμός, έγινα σεληνόφως και έναστρος νυχτερινός ουρανός. Υπήρχα, χωρίς παρελθόν ή μέλλον, μέσα από την γαλήνη, την ενότητα και την άγρια χαρά, μέσα σε κάτι μεγαλύτερο από τη δική μου ζωή, μεγαλύτερο από τη ζωή του Ανθρώπου, μεγαλύτερο από τη ζωή την ίδια! Εντός του θεού, αν πρέπει να το πούμε κι έτσι. Και μια άλλη φορά, στο πλοίο των Αμερικανικών Γραμμών, ενώ βρισκόμουν υψωμένος στο παρατηρητήριο εκτελώντας τη βάρδια της αυγής. Μια θάλασσα ήπια αυτή τη φορά. Μόνο μια ράθυμη φουσκοθαλασσιά και μια αργή σχεδόν ληθαργική κίνηση του πλοίου. Οι επιβάτες να κοιμούνται και κανείς απ το πλήρωμα τριγύρω. Κανένας ήχος ανθρώπινος. Και μαύρος καπνός να βγαίνει από τα φουγάρα από πίσω και από κάτω μου. Να ονειρεύομαι, παραμερίζοντας τα καθήκοντα, να νιώθω πως είμαι μόνος και πως είμαι ψηλά και μακριά, κοιτάζοντας την αυγή να σκαρφαλώνει σαν όνειρο που ζωγραφίζεται πάνω στον ουρανό και τη θάλασσα που κοιμούνται αγκαλιασμένοι. Τότε ήρθε η στιγμή της εκστατικής ελευθερίας. Η γαλήνη, το τέλος της αναζήτησης, το έσχατο λιμάνι, η χαρά του να ανήκεις σε μια εκπλήρωση πέρα από τους μίζερους, θλιβερούς και άπληστους ανθρώπινους φόβους και ελπίδες και όνειρα. Και πολλές άλλες φορές στη ζωή μου, όταν κολυμπούσα πέρα στα ανοικτά, ή στεκόμουν ξαπλωμένος σε μια έρημη παραλία βίωσα το ίδιο συναίσθημα. Έγινα ο ήλιος και η καυτή άμμος, τα πράσινα φύκια αγκιστρωμένα στους βράχους να λικνίζονται μες την παλίρροια. Σαν όραμα μακαριότητας ενός αγίου. Σαν πέπλο τραβηγμένο από ένα άγνωστο χέρι που επιτρέπει να δεις τα πράγματα, καθ αυτά, όπως όντως είναι. Για μία και μόνο στιγμή Βλέπεις – και το να βλέπεις το μυστικό, είναι το μυστικό. Για μια στιγμή υπάρχει νόημα. Ύστερα το χέρι αφήνει το πέπλο να πέσει ξανά και εσύ είσαι μόνος, χαμένος και πάλι στην ομίχλη και παραπατάς με κατεύθυνση το πουθενά χωρίς λόγο. (Χαμογελά με πίκρα) Ήταν μεγάλο λάθος που γεννήθηκα άνθρωπος. Θα τα είχα καταφέρει καλύτερα ως γλάρος ή ως ψάρι. Όπως ήρθαν τα πράγματα θα είμαι πάντοτε ένας ξένος που δεν θα βρίσκει πατρίδα πουθενά, που δεν θέλει και δεν τον θέλουν, που δεν ανήκει πουθενά και που πρέπει πάντοτε να είναι λίγο ερωτευμένος με τον θάνατο.»
Ευγένιος Ο’ Νηλ, 16 Οκτωβρίου 1888 – 27 Νοεμβρίου 1953 |Το ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα | μτφρ.: Θωμάς Τσαλαπάτης
πηγή:
https://www.hartismag.gr/hartis-22/theatro/apokaoistwntas-ton-eygenio-o-nhl

