Νικηφόρος Βρεττάκος | «Τα τρύπια χέρια»

Νικηφόρος Βρεττάκος | «Τα τρύπια χέρια»

«Εγώ δε έχω να σου δώσω τίποτα» είπες.

«Τίποτα, είναι τρύπια τα χέρια μου»

Ενώ
τον ουρανό που ήταν πάνω μου εσύ μου τον έφερνες.

Κ’ η πολιτεία ήταν όμορφη εκείνο το βράδυ.

Κι όλα είχαν όψη τρυφερή και ήρεμη.

Κ’ η βροχή σαν ένα διάφανο έπεφτε φως’ αραιή, απαλή,

σα καλοσύνη σε λουλούδια. Βαθιά στην καρδιά μου

σιγοψιχάλιζε ένα φως σαν στριμμένο μετάξι.

Μα περπατούσαμε σιγά στο δρόμο, γιατί εσύ,

κρατούσες κάτι σαν γρανίτη ή βαρύ φως. Γιατ’ είχες

εσύ τα χέρια σου γιομάτα. Τόσο, που

μόλις εσήκωνες το βάρος. Μόλις που μπορούσες

να ορίζεις το βήμα σου.

Γιατ’ είχες τα χέρια σου

φορτωμένα με πέτρες κομμένες απ’ το

λατομείο του ήλιου.

Απ’ αύριο

θ’ αρχίζω να χτίζω.

Σχόλια

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Γιατί δεν ξεκινάτε τη συζήτηση;

Απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.