📸 via Curse Lovers
«Λέω πως ήταν ο τρίτος μεγάλος έρωτας που εξέτισα, κι αν γίνω πιο χατιρική, μπορεί και ο τέταρτος ή πέμπτος. Στο πρώτο του γράμμα μού έγραφε: A new need is born on the planet: moi et toi. (Μια καινούργια ανάγκη γεννήθηκε στον πλανήτη: εγώ κι εσύ).
Λακωνικός για Γάλλος, που μάλιστα μιλούσε κι αγγλικά, αλλά καθόλου φειδωλός. Σαράντα επτά ετών τότε, εγώ σαράντα τέσσερα. Κι έφερε το όνομα Vincent, που στα ελληνικά μεταγράφεται ως Βενσάν, αλλά προσωπικά το προτιμούσα Βανσάν, με καθαρά και μεγάλα a, για να κάνει συνειρμό με το Βάσανο.
Παρισινίζω και βανσανίζομαι μού άρεσε να γράφω στους φίλους μου όποτε πήγαινα στο Παρίσι να τον δω, ή στα πρώτα χρόνια του ειδυλλίου, που ζούσα κατά το ήμισυ εκεί. […]
Γνωριστήκαμε κατακαλόκαιρο στην πόλη του, κάτω απ’ την γέφυρα του Λούβρου […]Είκοσι επτά Ιουλίου ήταν, Παντελεήμονος του ιαματικού, στις επτά το απόγευμα, ντάλα μεσημέρι σχεδόν ακόμη και για τους Γάλλους, με έναν ήλιο που δεν έλεγε να δύσει, εκτός πια κι αν είχε ανατείλει, ειδικά για εμάς, ο μαύρος ήλιος και ξεδιπλώνανε το φτερά τους οι κουκουβάγιες…
Μυθιστορηματικό επεισόδιο, κεραυνοβόλο και “μεθοδικό”, που δεν ξέρω αν θα μου πήγαινε ποτέ ο νους να το επινοήσω και να το καταστρώσω σε όλες του τις απίστευτες λεπτομέρειες – στους ανθρώπους που διαθέτουν φαντασία αδάμαστη αρέσκεται η ζωή να τούς θυμίζει ότι αυτή είναι το αφεντικό. Ουδεμία αντίρρηση.
Για παραπάνω από δέκα χρόνια ζούσαμε χώρια για να μη χωρίσουμε (το περισσότερο διάστημα τουλάχιστον το περνούσαμε “βάζοντας φωτιά” στα ταχυδρομεία), ενώ τιμούσαμε το μοιραίο καλοκαιρινό συναπάντημα με το να καταφθάνει εκείνος στην Ελλάδα, απαράβατα, μέσα στην κάψα του Ιουλίου.
Το τιμούσαμε και, φευ, το υπονομεύαμε εντέχνως, φιλοτεχνούσαμε σχεδόν τον αφανισμό μας, διότι αν ο έρωτας δεν είναι γιορτινά ντυμένος θάνατος, μάλλον δεν ξέρουμε τί μάς γίνεται. Εμείς το ξέραμε φαίνεται, μεγάλα παιδιά άλλωστε, γι’ αυτό και την κάθε θερινή δοξαστική “επέτειο” την αντιμετωπίζαμε ως one more last time• μία ακόμη τελευταία φορά.
[…] Άλλωστε δεν ήταν μόνο ο ερχομός, ήταν κι ο γυρισμός. “Ή θα φύγω μεθυσμένος απ’ την χώρα σου”, μού έλεγε, “κι άσε τις κλάψες, ή δεν θα φύγω καθόλου κι ανάλαβέ με”.
Κλείνουν φέτος τέσσερα καλοκαίρια που δεν έγινε τρόπος ούτε να ξανάρθει ούτε να ξαναφύγει, και κρατώ περί πολλού την πιο σπουδαία αξίωση που άκουσα από στόμα αγαπημένου: “Αν δεν μου λες ψέματα, δεν σε πιστεύω!” Ούτε κι εγώ εκείνον.
Και μετά ήρθαν οι γάτες.»
Ζυράννα Ζατέλη | 29 ή 30 Μαρτίου 1951 | Ηδονή στον κρόταφο (Μία ακόμη τελευταία φορά) | εκδόσεις Καστανιώτη

