Η νέα ποιητική συλλογή «Πυροσίδερο» του Δημήτρη Ρούκα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις itravelpoetry, κινείται σε μια περιοχή όπου το βίωμα μετατρέπεται σε ίχνος και η μνήμη σε ενεργή δύναμη διαμόρφωσης. Με γλώσσα λιτή αλλά διαπεραστική, ο ποιητής επιχειρεί να καταγράψει όχι απλώς τον πόνο, αλλά τη διάρκεια και την εγγραφή του μέσα στον χρόνο και στο σώμα της εμπειρίας. Η ποίηση εδώ δεν λειτουργεί ως εκτόνωση, αλλά ως πράξη συγκράτησης και μετασχηματισμού — μια διαρκής επιστροφή σε ό,τι επιμένει.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο Δημήτρης Ρούκας μιλά για τη γέννηση του τίτλου, τη σχέση προσωπικού και συλλογικού στοιχείου, τον τρόπο με τον οποίο δουλεύει τη γλώσσα, αλλά και για τη βαθύτερη ανάγκη που τον οδηγεί στη γραφή. Μέσα από τις απαντήσεις του, αποκαλύπτεται μια ποιητική στάση που αντιμετωπίζει τη γραφή ως πράξη ακρίβειας, αντίστασης και ουσιαστικής παρατήρησης του κόσμου.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
-Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε στον τίτλο «Πυροσίδερο» και ποια εικόνα ή συναίσθημα θέλατε να συμπυκνώσετε μέσα σε αυτή τη λέξη;
Θα ήθελα αρχικά να μοιραστώ μαζί σας τι είναι αυτό που με οδήγησε να γράφω. Ζούμε σε μια εποχή υπερπροσφοράς της πληροφορίας και της υπερβολής του λόγου. Η ποίηση, νομίζω, υπάρχει ως αντίδραση, ως αντίσταση σε αυτή την υπερπροσφορά, σε αυτή την υπερβολή. Γράφω λοιπόν όταν κάτι μέσα μου επιμένει, διεκδικεί, ζητά κατεύθυνση, αναζητά μορφή. Γράφω όταν υπάρχει μια εσωτερική αναγκαιότητα. Η ποίηση είναι ένας τρόπος να μορφοποιήσω όλα αυτά που μέσα μου επιμένουν χωρίς να εξαντληθούν. Δεν ξέρω αν με την ποίηση μπορεί να αλλάξει ο κόσμος, σίγουρα μπορεί να
αλλάξει ο τρόπος που εγώ τον κοιτώ. Και αυτό, μερικές φορές, μου είναι αρκετό. Το «Πυροσίδερο» γεννήθηκε ως εικόνα, ως μουσική, πριν γίνει λέξη. Είναι κάτι που καίει και ταυτόχρονα σημαδεύει αφήνει ένα ίχνος που δεν σβήνει. Ήθελα να συμπυκνώσω αυτή τη διπλή εμπειρία: τον πόνο ως γεγονός και τη μνήμη του ως μόνιμη εγγραφή πάνω μας. Η συλλογή κινείται ακριβώς εκεί — στο σημείο όπου το βίωμα παύει να είναι παροδικό και γίνεται σημάδι. Ο τίτλος «Πυροσίδερο» προέκυψε από την ανάγκη να ονομάσω κάτι που δεν είναι στιγμιαίο, αλλά διαρκές. Με ενδιέφερε αυτή η κρίσιμη μετατόπιση: η στιγμή που το τραύμα παύει να είναι ένα γεγονός και γίνεται μνήμη — και η μνήμη, με τη σειρά της, ένα ίχνος που μας διαμορφώνει. Το «Πυροσίδερο» δεν είναι μόνο ο πόνος· είναι η εγγραφή του πάνω μας, κάτι που τελικά μας προσανατολίζει, μας δίνει, με περίσσεια ένταση, έναν ορίζοντα.
-Η συλλογή σας φαίνεται να κινείται ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό βίωμα. Πού τελειώνει για εσάς η προσωπική εμπειρία και πού αρχίζει η ποιητική παρατήρηση του κόσμου;
Δεν αντιμετωπίζω το προσωπικό και το συλλογικό ως δύο διακριτά πεδία. Το τραύμα δεν είναι ποτέ απολύτως ιδιωτικό φέρει πάντα μέσα του τον κόσμο. Και η μνήμη, όσο προσωπική κι αν μοιάζει, έχει τη δυνατότητα να αναγνωρίζεται. Η ποίηση αρχίζει, για μένα, τη στιγμή που το «εγώ» αποκτά κατεύθυνση — όταν το βίωμα δεν μένει κλειστό, αλλά ανοίγεται προς έναν κοινό ορίζοντα.
-Υπάρχει κάποιο ποίημα μέσα στο «Πυροσίδερο» που θεωρείτε “πυρήνα” της συλλογής; Αν ναι, γιατί;
Δεν θα έλεγα ότι υπάρχει ένα μόνο ποίημα-πυρήνας στη συλλογή. Ο πυρήνας είναι μια επαναλαμβανόμενη κίνηση: η επιστροφή στο τραύμα, όχι για να αναπαραχθεί, αλλά για να μετασχηματιστεί. Μια μετακίνηση από το χθες στο σήμερα και από το σήμερα στο χθες. Κάθε γραφή μου προσπαθεί να είναι μια απόπειρα στοχοθεσίας — μια προσπάθεια να αποτυπωθεί κάτι που διαρκώς μετακινείται μέσα στη μνήμη, κάτι που δεν μπορεί να συλληφθεί πλήρως αλλά επιμένει.
-Πώς δουλεύετε τη γλώσσα σας στην ποίηση: γράφετε με αφετηρία την εικόνα, τον ρυθμό ή το συναίσθημα;
Η γλώσσα είναι το εργαλείο αυτής της προσπάθειας. Συνήθως ξεκινώ από μια εικόνα, από μια μελωδία, τη δοκιμάζω μέσα στον ρυθμό και την επεξεργάζομαι μέχρι να μείνει μόνο ό,τι είναι απολύτως αναγκαίο. Με ενδιαφέρει η ακρίβεια — μια γλώσσα που δεν περιγράφει απλώς, αλλά “χαράζει, σημαδεύει, αφήνει το στίγμα της”. Η αφαίρεση, δεν αποτελεί, δεν είναι μόνο μια αισθητική επιλογή είναι και ένας τρόπος να φτάσεις πιο κοντά σε αυτό που καίει.
-Αν το «Πυροσίδερο» ήταν μια μουσική σύνθεση ή μια κινηματογραφική σκηνή, πώς θα την περιγράφατε;
Αν το «Πυροσίδερο» ήταν εικόνα ή ήχος, θα ήταν μια σκηνή σε ημίφως: κάτι έχει ήδη συμβεί, δεν το βλέπεις άμεσα, αλλά το αισθάνεσαι. Από το λυκόφως στο λυκαυγές της ημέρας. Υπάρχει μια αργή, επίμονη κίνηση προς τα εμπρός — σαν το βλέμμα να αναζητά έναν ορίζοντα. Μουσικά, θα ήταν μια σύνθεση που δεν εκρήγνυται, αλλά διατηρεί μια σταθερή ένταση, σαν να στοχεύει διαρκώς κάτι που δεν αποκαλύπτεται πλήρως. Θα τη φανταζόμουν σαν μια κινηματογραφική σκηνή με ελάχιστο φως και έναν υποδόριο ήχο που ανεβαίνει σταδιακά, με ύφος νοσταλγικό, αναστοχαστικό. Δεν υπάρχει κάθαρση με την κλασική έννοια, υπάρχει μόνο η αίσθηση ότι κάτι έχει χαραχτεί οριστικά, κάτι που αναζητά διέξοδο, αναζητά την κάθαρση. Αν μπορούσα να το θέσω κινηματογραφικά θα μπορούσε να είναι μια σκήνη και μια μελωδία από τη ταινία “Γλυκιά Συμμορία” του Νίκου Νικολαίδη σε μουσική του Γιώργου Χατζηνάσιου.
Σας ευχαριστώ πολύ! Ευχαριστώ που είμαι εδώ, μιλώ για τις γραφές των ανθρώπων, με ανθρώπους που αγαπούν τη γραφή.

