Δεν έμαθα να αγαπώ προσεκτικά και σαν την πορσελάνη,
να σε αγγίζω με τα ντελικάτα χέρια μου,
μόνο στις άκρες και τις καμπύλες που εσύ επιτρέπεις…
να σε θαυμάζω από μακριά,
σαν εύθραυστο, ψυχρό αντικείμενο
που κινδυνεύει η διαφάνειά του από τις δαχτυλιές.
Κι αν θέλεις έτσι να σε αγαπούν, ψάξε για την πρόσοψη ενός μουσείου,
αναζήτησε τα μάτια ενός ανθρώπου
που θα σε παρατηρούν από μακρυά
ως πολύτιμο εκμαγείο,
ως μια φυσαλίδα από εκείνες που λαμπυρίζουν,
αλλά όσο κι αν το αξιώνουν τα χέρια,
δεν πρέπει να αγγίξουν,
παρά να τις αφήσουν αθόρυβα
να ενωθούν με το έδαφος.
Εγώ έμαθα να αγαπώ ανυπόμονα,
να πονάω τη σάρκα από την επιθυμία,
να μη χορταίνω με το βλέμμα μου, να σε ψάχνω
και την αίσθηση της αφής να εξαντλώ,
σε κάθε μου επαφή…
να αφήνομαι γενναιόδωρα και να εκστασιάζομαι σε κάθε άγγιγμα
και όπως το κύμα,
να σβήνω και να επιστρέφω ξανά και ξανά στα ίδια σημεία,
ποτέ να μην δυσανασχετώ με την επανάληψη,
στο στέρνο, στον λαιμό, στα ατίθασα μαλλιά να κρύβομαι
και να ανασαίνω τον κόσμο.
Έτσι χορταίνω την αγάπη
έτσι την έμαθα,
έτσι την αποζητώ.

