Η Γεωργία Κεσίδου προσεγγίζει την ποίηση ως μια βαθιά προσωπική μορφή έκφρασης, όπου τα συναισθήματα αποκτούν φωνή και οι σκέψεις μεταμορφώνονται σε εικόνες. Με αφετηρία τη στιχουργική και οδηγό την ανάγκη για εσωτερική επικοινωνία, η ίδια αναζητά μέσα από τον ποιητικό λόγο έναν πιο ήσυχο, αλλά ταυτόχρονα πιο ουσιαστικό τρόπο να μιλήσει για όσα τη συγκινούν και τη διαμορφώνουν. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, μοιράζεται τις πηγές της έμπνευσής της, τη σχέση της με την ποίηση, τις προκλήσεις της δημιουργικής διαδικασίας και τη δική της οπτική για τη δύναμη των λέξεων στη σύγχρονη εποχή.
Τι σας οδήγησε στην ποίηση;
Η πρώτη γνωριμία με την ποίηση έγινε στο σχολείο, με το μάθημα της λογοτεχνίας. Αν και μου άρεσε το μάθημα και η ανάλυση των ποιημάτων, δεν ήταν αυτό το ερέθισμά μου. Θα έλεγα ότι ξεκίνησα να γράφω μέσω της στιχουργίας. Είμαι ένας εσωστρεφής άνθρωπος και μέσω της ποίησης και της στιχουργίας εκφράζω όσα δεν μπορώ να πω.
Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω μεγάλη συμμετοχή στον χώρο της κλασικής ποίησης, ούτε είμαι μανιώδης αναγνώστης λογοτεχνικών βιβλίων, αγαπώ όμως βαθιά τα λόγια. Αλλά ναι, η μεγάλη μου επαφή με τον γραπτό λόγο γίνεται κυρίως μέσα από τη στιχουργία. Αν και διαφέρει από την παραδοσιακή ποίηση, η ανάγκη να ντύσεις ένα συναίσθημα με ρυθμό και λέξεις είναι κοινή.
Νιώθω ότι η μουσική φωνάζει τα συναισθήματά μου, ενώ η ποίηση τα μιλάει. Εκφράζονται τα ίδια συναισθήματα, αλλά με άλλη ένταση. Αν με ένα τραγούδι θέλω να εκφράσω τον πόνο ή τη χαρά, οι στίχοι θα φωνάζουν, αλλά με την ποίηση, θα ειπωθούν πιο ήσυχα, μα πιο βαθιά και ουσιαστικά. Από το ξέσπασμα του στίχου και της μουσικής, στον χαμηλόφωνο, εσωτερικό μονόλογο της ποίησης. Όταν ένας στιχουργός περνάει στην ποίηση, δεν αλλάζει συναισθήματα, αλλάζει απλώς την ένταση του ήχου. Τα ποιήματά μου, βέβαια, είναι υπερβολικά πιο λίγα από τα τραγούδια μου. Αλλά αυτό δεν με σταματά από τη δημιουργία. Όταν αυτό που γράφω θέλω να υπερβαίνει τους νόμους της ομοιοκαταληξίας, το γράφω ως μοντέρνα ποίηση. Ό,τι δεν μπορώ να του δώσω έναν μελωδικό τόνο, το κάνω ποίημα. Αν μπορώ, τα συνδυάζω κιόλας. Ακόμα και το ποίημα που έστειλα στον διαγωνισμό, το απαγγέλλω σχεδόν πάντα βάζοντας μια συγκεκριμένη μουσική από πίσω.
Από πού αντλείτε έμπνευση;
Αν με ρωτούσε κάποιος χρόνια πριν, θα απαντούσα ότι δεν έχω κάποια συγκεκριμένη έμπνευση, απλά γράφω, γράφω για το οτιδήποτε. Άφηνα το στυλό μου απλώς να γράφει και αυτό με έκανε να μπω μέσα σε αυτόν τον κόσμο σιγά σιγά. Πλέον όμως, θα έλεγα ότι η έμπνευση έρχεται από πολλά διαφορετικά μέρη, από τα συναισθήματά μου, τα βιώματά μου, από την επικαιρότητα, από την εσωτερική μου ανάγκη να δώσω φωνή σε όσα με προβληματίζουν. Γράφω με μέσο την ενσυναίσθηση, γράφω παρατηρώντας τον κόσμο γύρω μου, γράφω για τη φύση, τον έρωτα ή για κάτι τυχαίο και αυθόρμητο που άκουσα. Ακόμα και από τον ονειρικό μου κόσμο έχω πάρει έμπνευση. Όλα αυτά τα ερεθίσματα κάθονται μέσα μου, περιμένουν τη σωστή στιγμή και τελικά μεταμορφώνονται σε στίχους.
Τι σημαίνει για εσάς η ποίηση σήμερα;
Εδώ δεν θα μιλήσω για το πώς νιώθω όταν δημιουργώ εγώ, αλλά για το πώς με κάνει να νιώθω η ποίηση ως αναγνώστρια. Παραμένει μια διέξοδος από την καθημερινότητα και μου δείχνει ότι τα λόγια έχουν σημασία. Μετατρέπει την πεζή πραγματικότητα σε μια γλώσσα με βάθος, που μιλάει κατευθείαν στην καρδιά. Η ποίηση έχει τη δύναμη να μεταμορφώνει τις λέξεις. Δεν περιγράφει απλά την πραγματικότητα, αλλά τη μεγεθύνει και την κάνει να μοιάζει απέραντη. Δίνει στο συναίσθημα το βάρος και την ένταση που του αξίζει, ξεφεύγοντας από τα όρια της λογικής.
Με βάζει να ψάχνω μέσα στους στίχους να βρω τον εαυτό μου. Με κάνει να νιώθω ότι, παρά τη σκληρότητα των καιρών, η μαγεία γύρω μας δεν έχει χαθεί ακόμη. Λέει πολλά πράγματα χρησιμοποιώντας ελάχιστες, προσεκτικά επιλεγμένες λέξεις και μας γεμίζει όμορφες εικόνες. Κυρίως όμως εκφράζει το ανείπωτο, δίνει μορφή σε βαθιές σκέψεις που δυσκολευόμαστε να εξωτερικεύσουμε στην καθημερινότητα.
Ποια είναι η μεγαλύτερη δυσκολία στη γραφή;
Η μεγαλύτερη δυσκολία είναι να μην έχεις καθόλου έμπνευση, να μην έχεις διάθεση να εξωτερικεύσεις τον ίδιο σου τον εαυτό. Να μην έχεις τίποτα νέο να δώσεις, να νιώθεις ότι επαναλαμβάνεσαι. Μία πιο αστεία και συνάμα εκνευριστική δυσκολία είναι να έχεις στο μυαλό σου τι θες να γράψεις, αλλά να μην έχεις χαρτί, στυλό ή κινητό πρόχειρα. Πόσα πράγματα που ήθελα να γράψω τα ξέχασα και πήγαν χαμένα! Κρύβονται βέβαια στο υποσυνείδητό μου και ίσως τα ξαναθυμηθώ σε ύστερο χρόνο, ποιος ξέρει. Πάντως το πιο ενθαρρυντικό είναι ότι εκεί που δεν το περιμένεις, κάνει ξαφνικά την εμφάνισή του κάτι νέο και όμορφο που δεν φανταζόσουν ότι μπορείς να φτιάξεις.
Πώς θα περιγράφατε την ποίησή σας με τρεις λέξεις;
Αν πρέπει να διαλέξω μόνο τρεις λέξεις για να περιγράψω την ποίησή μου, αυτές θα ήταν ρομαντική, μελαγχολική και βιωματική. Ρομαντική, γιατί μου αρέσει να μιλάω για τον έρωτα. Μελαγχολική, γιατί κρύβεται μια ομορφιά και στα αρνητικά συναισθήματα. Και τέλος βιωματική, γιατί πιστεύω ότι κάθε δημιουργός επηρεάζεται από τη ζωή του.

