Συνέντευξη με τον Χρήστο Σκιαδαρέση
Με αφορμή την ποιητική συλλογή «Οι κακοί δράκοι» από το Itravelpoetry
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο Χρήστος Σκιαδαρέσης μιλά για τη σχέση του με την ποίηση, τις πηγές της έμπνευσής του και τη δημιουργική διαδικασία πίσω από τη συλλογή «Οι κακοί δράκοι».

Πριν λίγους μήνες, κάπου στα τέλη του 2025, ο εκδοτικός μας οίκος είχε τη χαρά να εκδώσει την ποιητική σας συλλογή «Οι κακοί δράκοι». Θα μπορούσατε να εξηγήσετε στους αναγνώστες μας πώς γεννήθηκε η ιδέα του τίτλου της συλλογής και τι συμβολίζουν οι «κακοί δράκοι»;
Καταρχάς, θέλω από καρδιάς να σας ευχαριστήσω για δύο πράγματα. Αφενός διότι ο εκδοτικός σας οίκος, και ιδίως εσείς προσωπικά κύριε Νίρκα, όπως φυσικά και η κυρία Κόντη, αγκαλιάσατε με θέρμη και από την πρώτη στιγμή τη συλλογή μου αυτή και αφετέρου διότι μου δίνετε την ευκαιρία να την προβάλω μέσα από τη συνέντευξη αυτή.
Κοιτάξτε, απαντώντας μαζί τα δύο σκέλη του ερωτήματός σας, θα σας έλεγα ότι η ονοματοδοσία του τίτλου εμπεριέχει έναν βαθύτερο συμβολισμό. Στην Ανατολή ο δράκος συμβόλιζε πάντοτε τη σοφία, την αρμονία και την τύχη, αλλά στη Δύση, όπου ζούμε εμείς, συνυφαινόταν ιστορικά με το κακό, τον πειρασμό, τη δοκιμασία και ενίοτε το χάος. Και επειδή ακριβώς όλοι εμείς εμφορούμαστε από τη δυτική πρωτίστως κουλτούρα, ήταν φυσικό και επόμενο να εστιάσω στην κακή πλευρά του δράκου, δηλαδή την άγριά του φύση, εφόσον αυτή εξυπηρετεί πλήρως τον θεματικό άξονα της συγκεκριμένης συλλογής.
Και ποιοι είναι οι κακοί δράκοι της σύγχρονης ζωής, θα με ρωτήσετε ευλόγως τώρα. Στο ερώτημα αυτό θα σας απαντούσα ότι «κακοί δράκοι» είναι κάθε πρωτόγονο ένστικτο, κάθε ασυνείδητη ζωτικότητα που την παροχετεύουμε σε τελείως εσφαλμένους δρόμους. Είναι εκείνη η αδάμαστη δύναμη της φύσης που, αν δεν τιθασευτεί έγκαιρα και επωφελώς, μπορεί να προκαλέσει εσωτερική απορρύθμιση, χάος και καταστροφή σε εκείνον που τον καταδυναστεύει. Βέβαια, και κάθε τι που προδίδει τις ελπίδες μας, κάθε τι που μας συνθλίβει και μας καταπιέζει στην καθημερινότητά μας, κάθε τι που μας κλέβει τη ζωή, θα μπορούσε να είναι ένας μικρός κακός δράκος. Και τέτοιοι εισβολείς είναι εν τοις πράγμασι δύσκολο, αν όχι ανέφικτο, να αντιμετωπιστούν ανοσοκατασταλτικά, μιας και προσβάλλουν όλα τα πνευματικά και συναισθηματικά μας αντισώματα, και μας κάνουν να μεμψιμοιρούμε και να βουλιάζουμε στον αυτοοικτιρμό.
Δράκοι κακοί, τέλος, θα έλεγα ότι είναι και η κάθε αμαρτία ή πειρασμός που φωλιάζει υποδόρια, που μας κάνει να νιώθουμε ανοίκεια με τη συνείδησή μας ή τις συμβάσεις μας, αλλά αντιστρόφως οικεία με τους ιδιωτικούς ή δημόσιους τρόμους μας. Ο ρεαλισμός στιγμές στιγμές είναι τόσο ανυπόφορος που μας αποτρέπει από το να διακινδυνεύουμε πράγματα ή έστω να μεταμορφώνουμε τους χιλιάδες μικρούς ή μεγάλους φόβους που μας κατατρύχουν σε κάτι πιο φιλικό και λιγότερο τραχύ και απειλητικό. Εξ ου λοιπόν και οι λόγοι που χρησιμοποίησα αυτόν τον τίτλο ως χειραψία γνωριμίας προς τον αναγνώστη μου. Από εκεί και μετά, φυσικά, εμπλέκεται και η δική του εμπειρία, το δικό του βίωμα στο αναγνωστικό αυτό ταξίδι.
Ποια θέματα επιστρέφουν πιο έντονα μέσα στα ποιήματά σας;
Η συλλογή αυτή μοιάζει με τις ψηφίδες ενός μωσαϊκού. Τα θρύμματα ενός κατακερματισμένου εαυτού που μάχεται να μην καταρρεύσει. Το αρχείο μιας ζωής που –μεταφορικά μιλώντας- ανασκαλεύεται και βγάζει στην επιφάνεια ξεχασμένα έγγραφα, ιδιόχειρες σημειώσεις, ξαναγραμμένους ισολογισμούς, συμβολαιογραφικές πράξεις, πληρεξούσια, κλητεύσεις, διαταγές πληρωμής κ.α. Άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο χρήσιμες σημειώσεις μιας αδιάκοπης εσωτερικής αναζήτησης, επομένως ένα ψηφιδωτό από ετερόκλητα θέματα, που ο αναγνώστης τα διατρέχει για να βρει κοινές αναγωγές και συνδετικά σημεία.
Στους κακούς μου δράκους έχω ενθυλακώσει μνήμες και φωνές από ερωτικές απογοητεύσεις και διαψεύσεις, συναισθηματικά αδιέξοδα και τέλματα, ψυχικές αποσχίσεις παντός είδους και κλονισμούς. Ψήγματα μια αέναης αλλά ατελέσφορης αυτοαναφορικότητας, μέσα σε περίπλοκες και νοσηρές ενίοτε συνθήκες, όπου κατισχύει η ιδεολογικοποίηση του παραλόγου, η ωμότητα του κυνισμού, ο αυτοκαταστροφικός ναρκισσισμός, οι σπασμωδικές απόπειρες χαρτογράφησης των δαιδάλων της ψυχής, η αυτοπαραίτηση, η αποξένωση από κάθε τι το οικείο, η ματαιοδοξία, το πένθος και η απώλεια, οι φθορές και τα θραύσματα της ασύμμετρης επίγνωσης του εαυτού μας.
Αυτή η διχοστασία -ο «διπολισμός» όπως τον αποκαλούν και οι ψυχολόγοι- οι αναστολές και οι ματαιώσεις είναι που κόστισαν περισσότερο και από τις ίδιες τις επιλογές που έγιναν ή δεν έγιναν. Αυτά είναι τα μοτίβα που πάνε και έρχονται, που φεύγουν προσωρινά και επιστρέφουν, οι οδυνηροί συμβιβασμοί που κάποτε μας τραυμάτισαν και μπήκαν άρον άρον στη ναφθαλίνη, η εκ των υστέρων συνειδητοποίηση των καίριων λαθών που διαπράχθηκαν αλλά ποτέ δεν διορθώθηκαν, η έντονη νοσταλγία για τους νεανικούς έρωτες -που άνθισαν με τους καλύτερους οιωνούς αλλά ποτέ δεν ευοδώθηκαν, η ιδεαλιστική αντιμετώπιση μιας ζωής που πάντα ηττάται κατά κράτος από την ωμοφαγική πλευρά της, αλλά εμμένει να υπάρχει έτσι περιτμημένη και αδικαίωτη.
Τι ρόλο παίζει ο φόβος και η σύγκρουση στη γραφή αυτής της συλλογής;
Τον σημαντικότερο. Ο φόβος προσβάλλει όλα τα ζωτικά όργανα του ανθρώπου. Δεν «παίρνει» ολιστική θεραπεία. Οι εμμονές, οι ανασφάλειες, τα δραματικά απρόοπτα, οι ανατροπές, οι πάσης φύσεως καταναγκασμοί, οι ψυχώσεις και οι νευρώσεις εμποδίζουν τον άνθρωπο να διαλέγεται ανοιχτά με το περιβάλλον του. Δεν του επιτρέπουν να λέει ευθέως αυτά που σκέφτεται, μετωπικά, παρά μόνο με υπαινιγμούς… Ο φόβος βάζει διαρκώς δύσκολα, μοιάζει δύσληπτος και ακατανόητος, θέτει περιορισμούς, κάνει το θύμα του αυτοαναιρετικό, να τα βλέπει όλα μέσα από τον παραμορφωτικό φακό του χάους, να προσεγγίζει τα «μέσα» και τα «έξω» του φωτογραφικά, όχι ανατομικά, να αποσιωπά τα βιώματά του και όχι να τα αναπλάθει, να μην μιλάει ποτέ ο ίδιος, αλλά οι απώλειες και τα τραύματά του μέσα από αυτόν. Ο φόβος τον δυσκολεύει να σκοινοβατήσει, να ισορροπήσει πάνω στα σπαράγματα αυτά.
Τα μανιχαϊστικά δίπολα (τα «θέλω» και τα «πρέπει», η λογική και το συναίσθημα, η επιτυχία και η αποτυχία, η αποδοχή και η απόρριψη, το υψηλό και το ευτελές κ.α.), ενώ δημιουργούν γοητεία και σασπένς, του προξενούν την ίδια στιγμή και μεγάλη αμηχανία. Ο φόβος μοιάζει με μεσοτοιχία που τον «πνίγει». Κόβει τη θέα, την επικοινωνία με τον πλησίον. Τον αναγκάζει να συζεί με κάτοπτρα, duplicata και φανταστικούς σωσίες. Έτσι και αυτός αναγκάζεται να πλάθει δαίμονες, στοιχειά, τέρατα, φαντάσματα και βρικόλακες και να τους μετατρέπει σε αθέατους ένοικους, για να μην νιώθει μόνος και έρημος. Όμως, έτσι καμουφλάρει τον φόβο, δεν τον χαλιναγωγεί, δεν τον αποβάλλει, τον φορά κατάσαρκα, γίνεται ομοούσιος και αχώριστος με αυτόν.
Είναι τα ποιήματα περισσότερο προσωπικά ή συνομιλούν με μια συλλογική εμπειρία;
Αμιγώς προσωπικά. Με ανασύρω από την αφάνεια, επειδή ακριβώς θεωρώ ότι είμαι ένας άνθρωπος καθημερινός, συνηθισμένος και κοινότοπος. Όπως οι περισσότεροι εξ ημών άλλωστε. Όσες σκέψεις ή εμπειρίες κήρυξα κάποτε έκπτωτες, τώρα τις φρεσκογυαλίζω, τις επισκευάζω όπου χρειάζεται και τις επανεκθέτω προς δημόσια θέαση και διαβούλευση. Θεωρώ ότι οι ραγισματιές μου, τα τραύματά μου, οι ψόγοι μου, οι κόκκινες γραμμές μου έχουν πολλά να πουν στην ψυχή του αναγνώστη, γιατί είναι μια βεντάλια από μοτίβα που συνέχουν όχι μόνο τη δική μου ζωή αλλά και πολλών συνανθρώπων μου. Η διαρκής απουσία του άλλου, η αποδιοργάνωση που αυτή προκαλεί, ο βουβός διάλογός μας με τις αντανακλάσεις του, η προδοσία των πράξεων που ακολουθεί την προδοσία των λέξεων, τα τιμαλφή που κρατήσαμε σώα από αυτές τις επώδυνες ταλαντώσεις της ζωής, όλα ετούτα είναι σκαλωσιές που κρατούν αρραγή την ψυχή.
Η ποίηση σού δίνει τη δυνατότητα να αφηγηθείς κάτι όταν έχεις πάψει να το ζεις. Είναι τρόπον τινά μια ημερολογιακή καταγραφή, ένα άτυπο απομνημόνευμα, όπου ανατρέχεις επιλεκτικά σε πράγματα που σε συγκλόνισαν, που επιθύμησες σφόδρα αλλά δεν εκπλήρωσες, που τα φαντάστηκες αλλά δεν τόλμησες ποτέ να τα αποκηρύξεις, που τα εξομολογήθηκες πολλές φορές αλλά δεν μετάνιωσες που τα επινόησες ή τα έπραξες. Όλες αυτές οι παραφορές ανακατεύονται μαζί, ζυμώνονται, πλάθονται, φουσκώνουν και στο τέλος ψήνονται από κοινού. Όμως, τις αφήνουμε πρώτα να ωριμάσουν μέσα μας, για να γίνουν πιο ελαστικές και εύκαμπτες. Όλα στη ζωή θέλουν υπομονή, όπως, φυσικά, και την κατάλληλη μαγιά, που για μένα είναι η ωριμότητα. Αυτή τα αφρατεύει όλα σε βάθος χρόνου. Τρέφεται από τις σκόρπιες αναμνήσεις μας, τις δίνει μια βελούδινη υφή και μια τελείως άλλη γεύση. Είναι σαν να ξαναζούμε τα ίδια γεγονότα με εντελώς άλλα μυαλά. Έτσι, η ποίηση δίνει ενότητα στα διάσπαρτα και συνθέτει ένα σώμα με αταίριαστα υλικά. Μπλέκει όλες τις ψηφίδες αξεχώριστα και σε βάζει να τις αναδιηγηθείς σκηνοθετώντας τες όπως εσύ επιθυμείς.
Επιστρέφοντας, επομένως, στο ερώτημά σας, θα έλεγα ότι τα ποιήματά μου έχουν πολλά πράγματα να διηγηθούν στους αναγνώστες, γιατί όλοι κουρντιζόμαστε με τον ίδιο τρόπο. Όλοι ζούμε αυτοεξόριστοι στην ίδια στέπα, στο ίδιο φρενοκομείο. Όλοι υποδυόμαστε τους ψυχικά αρτιμελείς, ενώ στην πραγματικότητα είμαστε πλημμελείς και βαθιά ακρωτηριασμένοι. Η διαφορά μου με το αναγνωστικό κοινό είναι ότι εγώ είμαι αυτός που εκθέτω και εκτίθεμαι, αναλύω και αναλύομαι, αφού έχω και το μαχαίρι και το καρπούζι. Κι όμως, ενώ φαίνεται ότι δεν με ενδιαφέρουν οι αναγνώστες, προσπαθώ να μην κρατώ ερμητικά κλειστό τον δίαυλο επικοινωνίας μαζί τους, απεναντίας επιχειρώ να κόψω δρόμο, να μπω ορμητικά στη ζωή τους (και αυτοί στη δική μου), για να διολισθήσουν και να καταδυθούν πιο γρήγορα στο προσωπικό μου διανοητικό και συναισθηματικό σύμπαν. Από εκεί και έπειτα, εκείνοι επιλέγουν, εκείνοι σταχυολογούν τα εκθέματα που θα τους φανούν χρήσιμα, ποια θα κρατήσουν και ποια θα προσπεράσουν αδιάφορα. Τον τελευταίο λόγο τον έχουν, καλώς ή κακώς, αποκλειστικά εκείνοι.
Τι θα θέλατε να αισθανθεί ο αναγνώστης όταν κλείσει το βιβλίο σας;
Οι περισσότεροι αναγνώστες είμαστε μοναχικοί, δύσπιστοι και αυστηροί. Μέσα από την ποίηση αναζητάμε την αυτοθεραπεία μας, την ψυχανάλυσή μας και την τέρψη μας. Άλλοι επιθυμούμε να εξέλθουμε από τα στεγανά που μας περιορίζουν: το κλειστοφοβικό λαγούμι του εαυτού μας, το δεσμωτήριο της ανίας μας ή την πρέσα της συνθλιπτικής καθημερινότητάς μας. Άλλοι ψάχνουμε την ανακούφιση από τα βάρη της ζωής, άλλοι το άδηλο και το απροσδιόριστο που θα κάνει τη διαφορά μέσα στη ρουτίνα και την πλήξη μας. Εγώ δεν τρέφω τέτοιες προσδοκίες. Θέλω πιο απλά, πιο τίμια πράγματα. Όταν ο αναγνώστης θα κλείσει το βιβλίο αυτό, θα ήθελα να νιώσει ότι οι αδυναμίες του, υπό συνθήκες, εσωκλείουν μια μεγάλη δύναμη, αρκεί να τη βρει και να τη μεταστρέψει. Ότι όσο και να του αποκαλυφθεί ένας συγγραφέας, όσο και να «του τα πει έξω από τα δόντια», θα είναι πάντοτε ένα ον υπεκφεύγον. Ότι όσα τραύματα και αν φέρει η ποιητική φωνή στο φως, ο γαλαξίας της ψυχής της θα παραμένει πάντοτε σκοτεινός.
Αυτό που εκείνος θα «κερδίσει» είναι ότι θα παραβιάσει -εν γνώσει του δημιουργού- τη σαρκοφάγο της ζωής του, ότι θα εκβάλλει σε ένα σύμπαν ιδιαίτερα εύθραυστο και καταπονημένο, τόσο άγνωστο όσο και γνώριμο μαζί (και ίσως και πιο καταβεβλημένο από το δικό του), ότι θα μεταλάβει από το ίδιο δισκοπότηρο που μεταλαμβάνει και το ποιητικό υποκείμενο, ότι θα βρει κοινά συμφραζόμενα που θα τον βοηθήσουν να βγάλει από τη μισοφώτιστη περιοχή της λήθης όλα εκείνα που κατά καιρούς τον τραυμάτισαν και θα μπορέσει να τα εξυγιάνει, να τα αναθεωρήσει, και –γιατί όχι;- να τα ξορκίσει. Αλλά και μόνο που θα περιηγηθεί στις χαρτογραφημένες μνήμες του ποιητή και θα «παραβιάσει» το άβατό του, και μόνο που θα ατενίσει τα πράγματα με τον τρόπο και την οπτική που αυτός του προτείνει, είναι και αυτό ένα όφελος. Διότι το «εγώ» είναι στην ουσία του ένα ανεστραμμένο «εμείς», από τη στιγμή που, πάνω – κάτω, όλοι είμαστε καμωμένοι από την ίδια πρώτη ύλη, όλοι σκοντάφτουμε στα ίδια αναχώματα, όλοι ταξιδεύουμε στους ίδιους δρόμους.
Λίγα λόγια για τον ποιητή
Ο Χρήστος Σκιαδαρέσης είναι φιλόλογος – εκπαιδευτικός και συγγραφέας. Σπούδασε Φιλοσοφία, Παιδαγωγικά και Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία. Εικοσιέξι συναπτά έτη διδάσκει σε Λύκεια της Αττικής. Έχει εργαστεί ως μεταγλωττιστής στο «National Geographic» και στο Εθνικό Ιστορικό Αρχείο και ως αρχισυντάκτης free-press εφημερίδων. Έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές, συλλογή αποφθεγμάτων και δοκίμια. Κείμενά του έχουν φιλοξενηθεί σε ανθολογίες, εφημερίδες, περιοδικά και ιστοχώρους. Έχει συμμετάσχει σε πολλούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και έχει βραβευτεί για δουλειές του από δήμους, πολιτιστικούς συλλόγους, περιοδικά και φορείς. Το 2019 βραβεύτηκε από τους Κεφαλονίτες λογοτέχνες για την ενεργό παρουσία του στα γράμματα και στη σύγχρονη διανόηση. Το 2024 αναγορεύτηκε σε επίτιμο ιδρυτικό μέλος της Παγκόσμιας Ημέρας Καβάφη από το Εθνικό Συμβούλιο της UNESCO Ελλάδας, την International Art Academy και την International Art Society. Την ίδια χρονιά του απονεμήθηκε το διεθνές βραβείο πολιτισμού «Γιώργος Φουντούλης» για την προσφορά του στα γράμματα, στις τέχνες και τις επιστήμες.

